Μετά τον ΣΥΡΙΖΑ τι; Τόλμη και συμπεράσματα

by _/\_

Η μνημονιακή στροφή του Αλέξη Τσίπρα που ενισχύεται και επιταχύνεται με την προκήρυξη των εκλογών, αποτελεί μια εξέλιξη με ανυπολόγιστες συνέπειες για το μαζικό κίνημα και την Αριστερά, όχι μόνο στην Ελλάδα μα πανευρωπαϊκά και διεθνώς. Μάλιστα, όσο περνούν οι μέρες, αστικές δυνάμεις, εγχώριες και ευρωπαϊκές, ευρύτερες από το πολιτικό επιτελείο του μεταλλαγμένου μνημονιακού πλέον ΣΥΡΙΖΑ, δεν αφήνουν να συντηρηθούν ούτε τα προσχήματα περί μιας δήθεν αριστερής διαχείρισης της λιτότητας. Ταυτόχρονα όμως η ηχηρή «κωλοτούμπα» του Τσίπρα ανανεώνει, αν και με τρόπο αρνητικό, την ιστορική πρόκληση για το κίνημα και την πολιτική Αριστερά.

Το ένα με­γά­λο γε­γο­νός, η συν­θη­κο­λό­γη­ση του Τσί­πρα, προ­κα­λεί ήδη αμη­χα­νία, ακόμη και βη­μα­τι­σμούς απο­στα­σιο­ποί­η­σης των κομ­μά­των της ευ­ρω­παϊ­κής Αρι­στε­ράς, όπως το γερ­μα­νι­κό Die Linke που κα­τα­ψή­φι­σε το πρό­σφα­το μνη­μό­νιο, που πα­ρό­τι πο­λι­το­γρα­φού­νταν στο πα­ρελ­θόν δε­ξιό­τε­ρα του ρι­ζο­σπα­στι­κού ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, δεν έχουν απο­φα­σί­σει να με­τα­τρα­πούν πλή­ρως σε από­λυ­το πα­ρα­κο­λού­θη­μα της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας των χωρών τους.

Το άλλο με­γά­λο γε­γο­νός είναι αυτό που βρί­σκε­ται σε πλήρη εξέ­λι­ξη, δη­λα­δή η άμεση και απο­λύ­τως πρω­τό­τυ­πη ιστο­ρι­κά, αντί­δρα­ση εκτε­νούς τμή­μα­τος του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ προς τα αρι­στε­ρά απο­κρού­ο­ντας τη μνη­μο­νια­κή στρο­φή και ταυ­τό­χρο­να τις σει­ρή­νες της κυ­βερ­νη­τι­κής εξου­σί­ας. Το γε­γο­νός αυτό μπο­ρεί να ανα­νε­ώ­σει την πα­νευ­ρω­παϊ­κή και πα­γκό­σμια προ­σο­χή, καθώς διεκ­δι­κεί να κρα­τή­σει ζω­ντα­νή την κοι­νω­νι­κή ελ­πί­δα και την απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα που ανέ­δει­ξε το πρό­σφα­το δη­μο­ψή­φι­σμα.

Έτσι, την ίδια ώρα που η πρω­θυ­πουρ­γι­κή ομάδα, υπο­τασ­σό­με­νη σε κοινή θέα στους κα­πι­τα­λι­στι­κούς, νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρους μο­νο­δρό­μους, επι­κυ­ρώ­νο­ντας τις θε­ω­ρί­ες περί «τέ­λους της Ιστο­ρί­ας» και με­τερ­χό­με­νη όλες τις σύγ­χρο­νες, με­τα­μο­ντέρ­νες με­θό­δους της επι­κοι­νω­νια­κής κοι­νω­νι­κής χει­ρα­γώ­γη­σης, επι­τυγ­χά­νει ένα σο­βα­ρό­τα­το πλήγ­μα στην αξιο­πι­στία της Αρι­στε­ράς, αφή­νει, υπό όρους και προ­ϋ­πο­θέ­σεις, ανοι­χτή τη δυ­να­τό­τη­τα εμ­βά­θυν­σης της δια­δι­κα­σί­ας ανα­γέν­νη­σης της σύγ­χρο­νης Αρι­στε­ράς του 21ου αιώνα.

Βέ­βαια, για να γο­νι­μο­ποι­η­θούν αυτές οι δυ­να­τό­τη­τες, είναι απο­λύ­τως κρί­σι­μη η κί­νη­ση του υπο­κει­με­νι­κού πα­ρά­γο­ντα, δη­λα­δή των πο­λι­τι­κών πρω­το­βου­λιών που είναι σε εξέ­λι­ξη και της δυ­να­τό­τη­τας να πε­τύ­χουν άμεσα μια νέα εμ­φά­νι­ση συ­γκέ­ντρω­σης δύ­να­μης της αντι­μνη­μο­νια­κής, ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς με μα­ζι­κή κοι­νω­νι­κή αντα­πό­κρι­ση. Η εκλο­γι­κή επί­δο­ση αυτού του εγ­χει­ρή­μα­τος έχει ζω­τι­κή ση­μα­σία προ­κει­μέ­νου να απο­δει­χθεί ότι δεν έκλει­σε το «ιστο­ρι­κό πα­ρά­θυ­ρο» και προ­κει­μέ­νου να ακο­λου­θή­σει η πιο ση­μα­ντι­κή και δύ­σκο­λη φάση η οποία θα ανοί­ξει με­τε­κλο­γι­κά.

Στοί­χη­μα

Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση, μέσα σε συν­θή­κες ελά­χι­στου αν και πολύ συ­μπυ­κνω­μέ­νου χρό­νου, θα φανεί τι συ­μπε­ρά­σμα­τα έχουν εξα­χθεί από την εμπει­ρία του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, κυ­ρί­ως από τις δυ­νά­μεις που διεκ­δι­κούν ηγε­μο­νι­κό ρόλο σ’ αυτήν τη δια­δι­κα­σία, και τι ικα­νό­τη­τες υπάρ­χουν ώστε να αξιο­ποι­η­θούν αυτά τα συ­μπε­ρά­σμα­τα.

Εάν υπε­ρι­σχύ­σει η άποψη ότι η τρα­γι­κή κα­τά­λη­ξη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ση­μαί­νει ότι ήταν λάθος το σύ­νο­λο των εμπει­ριών της 15ε­τούς δια­δρο­μής του «ενω­τι­κού εγ­χει­ρή­μα­τος» και επι­διω­χθεί η ανά­συρ­ση πα­λαιό­τε­ρων πο­λι­τι­κών προ­σεγ­γί­σε­ων και τα­κτι­κών αλλά και ορ­γα­νω­τι­κών μο­ντέ­λων της Αρι­στε­ράς που κα­τέρ­ρευ­σε στα μάτια της κοι­νω­νί­ας στην Ελ­λά­δα και διε­θνώς, η απο­τυ­χία είναι προ των πυλών.

Αντί­θε­τα, εάν πα­ρα­μεί­νει ζω­ντα­νή η οπτι­κή μιας σύγ­χρο­νης αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής και σο­σια­λι­στι­κής στρα­τη­γι­κής στη βάση της σα­φούς απο­δο­χής της επι­και­ρό­τη­τάς της (η Κίνα π.χ. σή­με­ρα απλά συμ­βάλ­λει στην ει­κό­να του με­γέ­θους της κα­πι­τα­λι­στι­κής κρί­σης και της έκτα­σής της στην ανε­πί­στρε­πτα πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νη, σύγ­χρο­νη μορφή), τότε το εγ­χεί­ρη­μα της εμ­βά­θυν­σης της δια­δι­κα­σί­ας για την ανα­γέν­νη­ση της σύγ­χρο­νης μα­ζι­κής, αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς θα μεί­νει ζω­ντα­νό και ελ­πι­δο­φό­ρο.

Συ­γκε­κρι­μέ­να, θα κρι­θούν οι επι­λο­γές που συ­γκρο­τούν τις «δύο όψεις του ίδιου νο­μί­σμα­τος»: η μα­ζι­κή πο­λι­τι­κή γραμ­μή και η εμπι­στο­σύ­νη στην κοι­νω­νι­κή κί­νη­ση και αυ­τε­νέρ­γεια, από το επί­πε­δο της κοι­νω­νι­κής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας και των κι­νη­μά­των μέχρι το επί­πε­δο της κομ­μα­τι­κής συ­γκρό­τη­σης.

Ως προς την πο­λι­τι­κή γραμ­μή, οι επι­λο­γές του Τσί­πρα είναι απο­λύ­τως βοη­θη­τι­κές για την απο­φυ­γή τους: έμ­φα­ση στη δια­πραγ­μά­τευ­ση με τους ιμπε­ρια­λι­στές και ταυ­τό­χρο­να προ­σπά­θεια προ­σε­ται­ρι­σμού της εγ­χώ­ριας άρ­χου­σας τάξης υπό τον κλα­σι­κό αστι­κό μύθο της «εθνι­κής ενό­τη­τας» και με πλαί­σιο την απο­θέ­ω­ση της κα­πι­τα­λι­στι­κής πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης: «πάση θυσία στο ευρώ». Απο­τέ­λε­σμα η ήττα και στα δύο επί­πε­δα, μέσα και έξω.

Προ­κει­μέ­νου να απο­φύ­γου­με την εκτε­νή επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία περί της βαθιά λαν­θα­σμέ­νης στρα­τη­γι­κής των δια­τα­ξι­κών «λαϊ­κών με­τώ­πων», που πάντα ήλ­πι­ζε σε μια συμ­μα­χία του κό­σμου της ερ­γα­σί­ας και της Αρι­στε­ράς με «πα­τριω­τι­κά» τμή­μα­τα του κε­φα­λαί­ου και των πο­λι­τι­κών τους εκ­προ­σώ­πων για την εκ­πλή­ρω­ση μιας δήθεν «εθνι­κής στρα­τη­γι­κής» (πα­λαιό­τε­ρα για την πα­ρα­γω­γή και τη χώρα και όψιμα για τη δια­πραγ­μά­τευ­ση της θέσης της χώρας εντός των διε­θνι­κών πλαι­σί­ων, εν προ­κει­μέ­νω της ΟΝΕ/ΕΕ) και η οποία πάντα κα­τέ­λη­γε στη συ­ντρι­βή της Αρι­στε­ράς και του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος, θα επι­κα­λε­στού­με μόνο το πρό­σφα­το δη­μο­ψή­φι­σμα. Απ’ τη μια ο κό­σμος της ερ­γα­σί­ας και η ακο­λου­θού­σα λοιπή κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία και από την άλλη ο κό­σμος του κε­φα­λαί­ου σε μια σπά­νια, απρο­κά­λυ­πτη εμ­φά­νι­ση, του με­τώ­που των εγ­χώ­ριων και των διε­θνών αστι­κών κέ­ντρων.

Σε συ­γκε­κρι­μέ­νες ιστο­ρι­κές συν­θή­κες η κοι­νω­νία βρί­σκε­ται πιο μπρο­στά από το πο­λι­τι­κό υπο­κεί­με­νο της Αρι­στε­ράς και τότε κρί­νε­ται η επάρ­κειά του στον «τρόπο να μα­θαί­νει». Η ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία έδει­ξε σε πλεί­στες ευ­και­ρί­ες ότι δια­θέ­τει την «αί­σθη­ση» της πα­γκό­σμιας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας την οποία η Αρι­στε­ρά οφεί­λει να εξη­γή­σει με ένα σχέ­διο υπέρ­βα­σης και όχι ιστο­ρι­κής υπα­να­χώ­ρη­σης, αλλά επί­σης και τη δια­θε­σι­μό­τη­τα να ακο­λου­θή­σει την Αρι­στε­ρά που δη­λώ­νει πα­ρού­σα σή­με­ρα και όχι στο αό­ρι­στο μέλ­λον, συ­νταγ­μέ­νη στην πιο ξε­κά­θα­ρη τα­ξι­κή και πο­λι­τι­κή διαί­ρε­ση της σύγ­χρο­νης Ιστο­ρί­ας.

Το συ­μπέ­ρα­σμα είναι ότι από­λυ­τη προ­τε­ραιό­τη­τα έχει η «υπό­σχε­ση» για την άμεση ανα­τρο­πή της λι­τό­τη­τας και του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού υπέρ των «από κάτω» με σύ­γκρου­ση «μέσα και έξω», οι­κο­δο­μώ­ντας υπό­δειγ­μα ανα­τρο­πής για τους λαούς πα­νευ­ρω­παϊ­κά και διε­θνώς παρά μια «υπό­σχε­ση» για την εύ­ρυθ­μη οι­κο­νο­μι­κή λει­τουρ­γία της χώρας με κυ­βέρ­νη­ση «αρι­στε­ρών ευαι­σθη­σιών» είτε μέσα είτε έξω από την ΟΝΕ/ΕΕ.

Δη­μο­κρα­τία

Αυτές οι επι­λο­γές προ­ϋ­πο­θέ­τουν ιστο­ρι­κή εμπι­στο­σύ­νη στους «απλούς» αν­θρώ­πους, από τους χώ­ρους δου­λειάς ως το κί­νη­μα και από τους ψη­φο­φό­ρους μέχρι την κομ­μα­τι­κή συ­γκρό­τη­ση. Το πάν­δη­μο αί­τη­μα για «δη­μο­κρα­τία», που εμ­φα­νί­ζε­ται σε κάθε ευ­και­ρία ως ανά­γκη για απα­ντή­σεις νι­κη­φό­ρες, δεν αμ­φι­σβη­τεί τη θε­ω­ρία και τις ιδέες αλλά τις ητ­τη­μέ­νες πρα­κτι­κές και βέ­βαια δεν διεκ­δι­κεί την «εύ­ρυθ­μη λει­τουρ­γία» της αστι­κής δη­μο­κρα­τί­ας και του αντί­στοι­χου πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος που σή­με­ρα η αξιο­πι­στία τους βρί­σκε­ται στο ναδίρ.

Αυτές τις απα­ντή­σεις οφεί­λει να προ­σπα­θή­σει να δώσει σή­με­ρα η Αρι­στε­ρά, μα­θαί­νο­ντας αφε­νός από την ίδια τη ζωή και από την ανά­λυ­ση της σύγ­χρο­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και αφε­τέ­ρου από τα δικά της λάθη απο­φεύ­γο­ντας την επα­νά­λη­ψή τους. Πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο όταν σε όλες τις ιστο­ρι­κές στιγ­μές που της δί­νε­ται αυτή η ευ­και­ρία ελ­λο­χεύ­ει ταυ­τό­χρο­να ο κίν­δυ­νος της από­λυ­της βαρ­βα­ρό­τη­τας. Τέλος, σ’ αυτή την προ­σπά­θεια το συ­μπέ­ρα­σμα ότι η «επι­κοι­νω­νία» δεν μπο­ρεί να υπο­κα­τα­στή­σει την πο­λι­τι­κή δεν πρέ­πει να φτά­σει στο λάθος της υπο­τί­μη­σης των σύγ­χρο­νων και επι­κοι­νω­νια­κά αγώ­γι­μων προς το κοι­νω­νι­κό ακρο­α­τή­ριο συμ­βό­λων, συν­θη­μά­των, λόγου και εκ­φώ­νη­σης.

Βρι­σκό­μα­στε σή­με­ρα μπρο­στά σε μια νέα πρό­κλη­ση και δεν έχου­με δι­καί­ω­μα να αφή­σου­με τις κοι­νω­νι­κές κα­τα­κτή­σεις, σε τόλμη και τα­ξι­κή πο­λι­τι­κή και εντέ­λει ιδε­ο­λο­γι­κή επι­λο­γή, να χα­θούν!

Advertisements