Τίποτε λιγότερο από την «αυτοδυναμία» της Κυβέρνησης της Αριστεράς

by _/\_

Μόλις λίγες μέρες πριν τις εκλογές η ήττα της ΝΔ και η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζουν δεδομένες παρότι η αντιπαράθεση κορυφώνεται όσο πλησιάζουμε στην μέρα της κάλπης.

Οι εκλογές, πολυπόθητες για μεγάλο κοινωνικό τμήμα και για τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν ήρθαν σε περιβάλλον κοινωνικής κίνησης και δεν αποτέλεσαν συνέπεια αυξημένης κινηματικής δραστηριότητας. Αυτή ακριβώς η συνθήκη αποτελεί τον γρίφο, όχι τόσο ή μόνο για το αποτέλεσμα της κάλπης, όσο για την συγκρότηση των όρων της συνέχειας: ο κόσμος επιλέγει «αριστερά» αλλά χωρίς να διεκδικεί συλλογικά και δυναμικά εδώ και αρκετό καιρό, με τις δυναμικές εξαιρέσεις αγώνων όπως των καθαριστριών να υπογραμμίζουν το πρόβλημα, δίνοντας ένα κοινωνικά αντιφατικό μήνυμα. Σε τί βαθμό και έκταση θα ταυτιστεί η κοινωνική διάθεση με την νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και την ενδεχόμενη κυβέρνηση της Αριστεράς, άμεσα ως δικιά του νίκη και δικιά του κυβέρνηση; Σε τί βαθμό θα δημιουργηθεί απελευθερωτική δυναμική μέσα στην ίδια την κοινωνία; Ασφαλώς θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα της κάλπης της επόμενης Κυριακής καθώς επίσης και από τις πρώτες μετεκλογικές εξελίξεις και τις επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ και της νέας κυβέρνησης.

Για τον Σαμαρά και την κυβέρνησή του δεν ισχύει πλέον ούτε το ρητό «η ελπίδα πεθαίνει τελευταία». Οι απελπισμένες προσπάθειές του λογοδοτούν στην ανάγκη να εξωραϊστούν, αν όχι να λησμονηθούν εντελώς, τα πεπραγμένα της μνημονιακής κυβέρνησης, πράγμα αδύνατο καθώς αποτελούν πληγές ανοιχτές στο κορμί της κοινωνικής πλειοψηφίας. Γι αυτό επιχειρεί να δώσει ιδεολογικό χαρακτήρα στην αντιπαράθεση προβάλοντας τα ιδεώδη της Δεξιάς (έως και της ακροδεξιάς) έναντι των αξιών και της φυσιογνωμίας της Αριστεράς. Χαρακτηριστικές οι εμφυλιοπολεμικές δηλώσεις του – ούτως ή άλλως ανοιχτά ακροδεξιού – Βορίδη.

Στον ΣΥΡΙΖΑ έχει αναδειχτεί η ανάγκη να διαμορφωθεί η δυναμική που χρειάζεται για να οδηγήσει στη νίκη με το μεγαλύτερο δυνατό εύρος. Στην αυτοδυναμία. Αφενός για να αποφύγει τον σκόπελο της κυβερνητικής ομηρίας από άλλες πολιτικές δυνάμεις, είτε μνημονιακές, είτε γενικά νεοφιλελεύθερες και δεξιές και αφετέρου για να δημιουργήσει τους βέλτιστους κοινωνικούς όρους στήριξης για την δύσκολη συνέχεια της κυβέρνησης της Αριστεράς. Η αυτοδυναμία σήμερα, όπως διαμορφώνονται οι συνθήκες μέσα στην προεκλογική επιτάχυνση των αντιθέσεων, αποτελεί έναν εφικτό στόχο και πάντως απαραίτητο για την συνέχεια.

Η δυναμική μέσα σε πολωμένο τοπίο μπορεί να διεκδικηθεί με αποφασιστικότητα και κυρίως με την πιο σαφή ταυτότητα, δηλαδή με την προβολή εκείνων των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών του ΣΥΡΙΖΑ που αναδεικνύουν το περιεχόμενο του ονόματός του : Ριζοσπαστική Αριστερά.

Στην βάση της αντίληψης των ιστορικών όρων της ίδιας της καπιταλιστικής κρίσης που, με την μνημονιακή επιβολή διέλυσε τις διαταξικές, κοινωνικές συναινέσεις και αποδόμησε το παλιό πολιτικό σύστημα που τις διαχειριζόταν προς όφελος της ντόπιας οικονομικής ελίτ, ως το έδαφος στο οποίο «βλάστησε» το σύνθημα «κυβέρνηση της Αριστεράς» και οδήγησε την κοινωνική δυναμική των κινητοποιήσεων της διετίας 2010 – 2012 στην εκλογική κοίτη του ΣΥΡΙΖΑ. Της αντίληψης που ερμηνεύει τα μνημόνια ως στρατηγική, επιθετική αστική επιλογή που στόχευε (και σήμερα έχει πετύχει σε μεγάλο βαθμό) την υποτίμηση της εργασίας και που μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την άμεση έναρξη μιας διαδικασίας αναδιανομής πλούτου και ισχύος σε βάρος του ντόπιου μεγάλου κεφαλαίου (του οποίου τα πιο ισχυρά τμήματα θησαύρισαν μέσα στην κρίση), αμφισβητώντας ταυτόχρονα τις απαιτήσεις των δανειστών και τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική της ΟΝΕ σε κάθε της παραλλαγή. Γραμμή αντιμετώπισης που έχει ως προϋπόθεση την επιλογή να τεθούν αποφασιστικά στο περιθώριο υπονομευτικές για την ταξική υπόθεση προσεγγίσεις για «εθνική ενότητα» και για την προτεραιότητα γενικά της «ανάπτυξης». Προετοιμάζοντας την κοινωνία για μια μεγάλη, ιστορική αλλαγή που απαιτεί αποφασιστική αντιπαράθεση και σύγκρουση με τα ευρωπαϊκά και ατλαντικά διευθυντήρια καθώς επίσης και με το ντόπιο μεγάλο κεφάλαιο και όχι ασφαλώς ώς μια «φιλική διευθέτηση».

Το κεντρικό ζήτημα που χρειάζεται να απαντηθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια είναι «πόσο διαφορετικός είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και μια κυβέρνηση της Αριστεράς από τους προκατόχους του». Απαιτείται η ενίσχυση της «διαχωριστικής γραμμής» από την Δεξιά – γι αυτό και η αντιπαράθεση σε ιδεολογικό και αξιακό επίπεδο πρέπει να θεωρείται καλοδεχούμενη – καθώς και από κάθε συστημική / μνημονιακή πολιτική δύναμη. Η αποσαφήνιση πως ο ΣΥΡΙΖΑ και η Αριστερά εκπροσωπούν εντελώς διαφορετικούς κόσμους, κοσμοθεωρίες, ιδέες, αξίες και φυσικά κοινωνικές τάξεις. Πως ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση της Αριστεράς θα αντιμετωπίσουν όλες τις προκλήσεις με εντελώς διαφορετικό τρόπο, στο όνομα και με την ενεργή συμπαράταξη της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας – και όχι γενικά και λανθασμένα «όλων των Ελλήνων» – σε βάρος της ντόπιας οικονομικής και πολιτικής ελίτ και ανυποχώρητα απέναντι στους δανειστές και την ιμπεριαλιστική επιβολή.

Ξεκαθαρίζοντας πως σ’ αυτή την κατεύθυνση το «πρόγραμμα της ΔΕΘ» είναι μόνο το «πρελούδιο».

Εν τούτοις ο στόχος αυτός δύναται να επιτευχθεί πλέον, μόνο μέσω της στιβαρής και ξεκάθαρης εκφώνησης στο ανώτερο επίπεδο προκειμένου να καθορίσει το στίγμα των τελευταίων ημερών και να ευθυγραμμίσει τοποθετήσεις «πλαδαρές» και ηττοπαθείς που κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση και, παρά τις αγαθές προθέσεις για το βέλτιστο αποτέλεσμα, συσκοτίζουν τις διαφορές όπως, για παράδειγμα, στο πεδίο της διαπραγμάτευσης και της καταγγελίας της δανειακής σύμβασης ή στο πεδίο της φορολογίας και της είσπραξης των κοινωνικά άδικων μνημονιακών φόρων.

Ορθά ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, απαντώντας πολύ πρόσφατα, στο σύνηθες ερώτημα «πάσει θυσία στο Ευρώ;» επιβεβαίωσε ουσιαστικά τη συνεδριακή θέση «καμιά θυσία για το ευρώ», δηλώνοντας το αυτονόητο, πως δεν υπάρχει περιθώριο για καμιά θυσία και χρεώνοντας, υπαινικτικά, την ευθύνη για μια ενδεχόμενη διαλυτική κρίση της ευρωζώνης – γιατί αυτό θα σημάνει μια συνθήκη πίεσης για έξοδο / αποβολή της Ελλάδας – στα ευρωπαϊκά, νεοφιλελεύθερα διευθυντήρια.

Ταυτόχρονα έδωσε, ουσιαστικά, τέλος στα ποικίλα, υπονομευτικά σενάρια για κυβερνήσεις συνεργασίας απορρίπτοντας ρητά την προοπτική συνεργασίας με τα θραύσματα του ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, επανερχόμενος μετά από πολύ καιρό στην απεύθυνση προς το ΚΚΕ. Πράγματι προϋπόθεση για κάθε θετική εξέλιξη μετεκλογικά αποτελεί η αυτοδυναμία ή έστω η ανοχή και η κριτική υποστήριξη της κυβέρνησης απ’ τ’ αριστερά, όσο κι αν η ηγεσία του ΚΚΕ αφορίζει αυτό το ενδεχόμενο, απολύτως δικαιολογημένα με βάση την προεκλογική του γραμμή. Εκείνη την ώρα εάν η ύπαρξη κυβέρνησης της Αριστεράς εξαρτάται από τις δικές του ψήφους θα είναι εξαιρετικά δύσκολο και μάλλον αυτοκτονικό να χρεωθεί την αποτυχία συγκρότησης κυβέρνησης της Αριστεράς στα μάτια της κοινωνίας, των ψηφοφόρων του, μα ακόμη και των μελών του.

Βρισκόμαστε λοιπόν σήμερα στην ιστορική καμπή, στο σταυροδρόμι των νέων αντιφάσεων και συστημικών παγίδων αλλά και στο κατώφλι της παραγωγής ενός νέου υποδείγματος – όχι «καθαρού» ιδεολογικοπολιτικά, αλλά ικανού να επανεκκινήσει και να αναζωπυρώσει την ταξική και την πολιτική πάλη τουλάχιστον πανευρωπαϊκά. Ενός υποδείγματος που θα φιλοδοξεί να ταξινομηθεί στην σειρά των προσπαθειών ανάταξης της «μνήμης του κινήματος» και των «μεγάλων αφηγήσεων» στην μεταμοντέρνα εποχή μας, μαζί με τους Ζαπατίστας που ενέπνευσαν το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, μαζί με την αραβική άνοιξη των «από κάτω» που, παρά τις αρνητικές πολιτικές εξελίξεις, ενέπνευσε το κίνημα των «αγανακτισμένων» στην Ευρώπη και κυρίως το «occupy Wall street» στις ΗΠΑ. Ίσως όμως ακόμα πιο σημαντικό απ’ αυτά καθώς θα πρόκειται για πολιτικό υπόδειγμα «κυβέρνησης της Αριστεράς», στην καρδιά της ΟΝΕ και του δυτικού καπιταλισμού που θα περιέχει στον πυρήνα του άμεσα το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας.

Τίποτα λιγότερο απ’ αυτό δεν διακυβεύεται στην κάλπη της 25ης Γενάρη και τίποτα λιγότερο δεν τίθεται ως καθήκον στον ΣΥΡΙΖΑ και την Αριστερά. Προϋπόθεση είναι η συντριβή της ΝΔ, των μνημονιακών δυνάμεων και της ακροδεξιάς και η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και της Αριστεράς. Γι αυτό κάθε μέλος και φίλος/η του ΣΥΡΙΖΑ που αυτοπροσδιορίζεται μαρξιστής/τρια, κομμουνιστής/τρια, συνειδητός/η αριστερός/η, χρειάζεται να επιδιώξει την πιο πλατιά προεκλογική απεύθυνση, με επίγνωση της ανάγκης άμεσης προετοιμασίας για την επόμενη μέρα. Συμβάλοντας στην ανάπτυξη δυναμικής με στόχο την αυτοδυναμία και επιχειρώντας παράλληλα να καθορίσει προς τ’ αριστερά την σύνθεση της επόμενης Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Συνεχίζοντας ταυτόχρονα την πάλη για την συγκρότηση ισχυρού, δημοκρατικού και παρεμβατικού στην κοινωνία και στα κινήμτα, κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ανεξάρτητου από την κυβέρνηση και το κράτος.

Advertisements