Η ελπίδα του λαού

by _/\_

Παρά τις μεγάλες δυσκολίες, κυρίως στο επίπεδο του διεθνούς ιδεολογικοπολιτικού συσχετισμού, ενδεχόμενη ήττα ή και χειρότερα, συντριβή αυτής της ελπίδας, δεν θα αποτελέσει ήττα στενά και μόνο του ΣΥΡΙΖΑ ή ακόμη και μόνο της ηγετικής του ομάδας. Δεν θ’ ανοίξει, άμεσα και αυτόματα, κανένα εναλλακτικό αριστερό δρόμο. Αντίθετα θα καταγραφεί, στη συνείδηση των «από κάτω», αλλά και από το αντίπαλο μπλοκ, ως ήττα της Αριστεράς με κρίσιμες συνέπειες εγχώριες αλλά και ευρωπαϊκές και διεθνείς.

Ο Γενάρης του 2014 χαρακτηρίζεται απ’ όλους ως εκκίνηση μιας χρονιάς αποφασιστικών εξελίξεων με αβέβαιη έκβαση για τα διάφορα αντιμαχόμενα πολιτικά σχέδια, τα οικονομικά συμφέροντα και πάνω απ’ όλα για το μέλλον της κοινωνικής πλειοψηφίας στην Ελλάδα.

Το κλίμα που διαμορφώνεται στην κοινωνία μα και στα πολιτικά επιτελεία καθορίζεται από την εκτίμηση πως η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις επερχόμενες εθνικές εκλογές είναι μη αναστρέψιμη. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν την αναστροφή της πρωτιάς υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ (με τα ποσοστά παρά ταύτα να παραμένουν σε γενικά χαμηλά επίπεδα και πάντως χαμηλότερα από αυτά των εκλογών).

Το κλίμα αυτό ενισχύει την μαζική κοινωνική πεποίθηση, διαμορφώνοντας την εκλογική δυναμική, πως ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την «ελπίδα του λαού».

Για να γίνει αυτή η ελπίδα πραγματικότητα χρειάζεται ωστόσο όχι μόνο να βρεθεί στην καταμέτρηση των βουλευτικών εκλογών, ο ΣΥΡΙΖΑ πρώτο κόμμα, αλλά να μπορέσει να σχηματίσει «Κυβέρνηση της Αριστεράς». Κάτι τέτοιο σημαίνει την δυνατότητα να σχηματίσει ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοδύναμη κυβέρνηση με αιχμηρό ριζοσπαστικό πρόγραμμα ή/και με την συμμετοχή ή την κριτική υποστήριξη του ΚΚΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων διαθέσιμων δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς και οικολογίας.

Μόνο αυτή η συνθήκη, η «Κυβέρνηση της Αριστεράς», μπορεί να εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική υποστήριξη σ’ ένα πρόγραμμα ρήξης και ανατροπής υπέρ του κόσμου της εργασίας και της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας που θα εκφραστεί, την επομένη του σχηματισμού της κυβέρνησης, από ένα μαζικό κίνημα λαϊκών και εργατικών κινητοποιήσεων, αποτελώντας το ουσιαστικό στήριγμα της προώθησης και εφαρμογής των αναγκαίων ρήξεων.

Η δυνατότητα αυτή είναι ανοιχτή αλλά όχι αυτόματη καθώς έχει όρους και προϋποθέσεις τους οποίους η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ ιδιαίτερα, πρέπει να οικοδομήσουν άμεσα.

Κρίση και αδιέξοδα στρατηγικής

Απέναντι σ’ αυτή την προοπτική βρίσκεται η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου, που υλοποιεί απαρέγκλιτα τη μνημονιακή γραμμή, επιδιώκοντας να εκφράσει την κοινή στρατηγική της ντόπιας αστικής τάξης και της κυρίαρχης στρατηγικής στην ΟΝΕ. Δίνει τη μάχη να επιβάλει – πρωτίστως με την καταστολή παρά με την συναίνεση – τη γραμμή αυτή στην κοινωνία.  Ωστόσο, αυτή η διακύβευση, η «κοινή στρατηγική» των συμφερόντων των ντόπιων αστών, μα και μεταξύ αυτών και των κυρίαρχων ευρωπαϊκών επιλογών, μετά από τέσσερα και πλέον χρόνια ακραίων πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης και  καταστροφής κεφαλαίου, αντιμετωπίζει την πρόκληση διαμόρφωσης στρατηγικών διεξόδου και εκεί δεν εμφανίζεται τόσο αρραγής και enbloc, όσο παρουσιαζόταν στην αρχή της κρίσης ο μονόδρομος της ταξικής επίθεσης. Η δυνατότητα της κυβέρνησης Σαμαρά να φέρει σε πέρας την αποστολή της, δηλαδή να εκφράσει μια ηγεμονική γραμμή για τους έλληνες καπιταλιστές και την «εθνική οικονομία» γενικότερα, υπονομεύεται από την διαρκή και αλληλοτροφοδοτούμενη εξέλιξη των αντιφάσεων και των αδιεξόδων της ευρωπαϊκής και διεθνούς κρίσης που ολοένα βαθαίνει και στην περίπτωση της Ελλάδας παροξύνεται.

Η ντόπια τάξη του μεγάλου κεφαλαίου, πέρα από τις εσωτερικές της αντιφάσεις, στήριξε από την αρχή της κρίσης ολόθερμα τις κυρίαρχες επιλογές του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου προσπαθώντας ταυτόχρονα να μετακυλήσει το κόστος της αποκλειστικά στον κόσμο της εργασίας και γενικότερα στην κοινωνική πλειοψηφία. Επέδειξε μάλιστα ιδιαίτερες επιδόσεις σ’ αυτή την προσπάθεια όχι μόνο στηρίζοντας, αλλά και πλειοδοτώντας στην πολιτική της λιτότητας. Επιδιδόμενη ταυτόχρονα σε όργιο διαπλοκής, σκανδάλων, φοροδιαφυγής, εξαγωγής κεφαλαίων και ούτω καθ’ εξής.

Ωστόσο η εξέλιξη και το βάθεμα της κρίσης, η αδυναμία, παρά τη σφοδρή και μεγάλη υποτίμηση της εργασίας, να σταθεροποιηθεί η πορεία βύθισης της ελληνικής οικονομίας εν μέσω πρωτοφανούς σωρευμένης ύφεσης και μαζί η πολιτική αδυναμία συγκρότησης των αναγκαίων κοινωνικών συναινέσεων, έχουν αδυνατίσει πολύ αυτή την γραμμή.   Η κυβέρνηση Σαμαρά και η τροϊκανή γραμμή των μνημονίων και της διαρκούς ακραίας λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης δεν εμφανίζεται πλέον ως η αδιαμφισβήτητη μοναδική επιλογή που ενοποιεί στρατηγικά τα συμφέροντα όλων των τμημάτων της εγχώριας αστικής τάξης.   Χαρακτηριστικές είναι  δημόσιες δηλώσεις στο εσωτερικό μα και σε μέσα της αλλοδαπής σημαντικών εκπροσώπων του ντόπιου βιομηχανικού κεφαλαίου.

Οι απόψεις που στηρίζονται είτε στο αξίωμα ότι οι ντόπιοι αστοί  θα είναι πάντα σύμμαχοι σε πλήρη ευθυγράμμιση και ενότητα (ή πολύ χειρότερα «υπάλληλοι») με τα διεθνή κέντρα εξουσίας και μάλιστα με τα ευρωπαϊκά, είτε ότι η εσωτερική υποτίμηση είναι αενάως διαδικασία θετική για τα συμφέροντα του ντόπιου μεγάλου κεφαλαίου, είναι τουλάχιστον επιδερμικές σε μια διαδικασία εξαιρετικά αντιφατική και σύνθετη, όπως είναι η αντιμετώπιση της βαθιάς, δομικής διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης. Διαδικασία που οξύνει τις ενδοαστικές αντιθέσεις, σε εγχώριο επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα και τις ενδο-ιμπεριαλιστικές σε διεθνές, παράγοντας αντιμαχόμενες στρατηγικές από διαφορετικά τμήματα της αστικής τάξης με τις αντίστοιχες πολιτικές «αφηγήσεις», οι οποίες φυσικά στοχεύουν στην απόσπαση της κοινωνικής στήριξης, μέσω της υπαγωγής των λαϊκών συμφερόντων σε αυτές. Όλες όμως εδράζονται σε ένα κοινό συνεκτικό υπόβαθρο, αυτό της διεξόδου, της «εύρυθμης» λειτουργίας και αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της αστικής εξουσίας, συνολικά. Ακριβώς γι’ αυτό καμιά από αυτές τις αστικές αντιθέσεις και εν δυνάμει πολιτικά σχέδια, με όποια μορφή και αν παρουσιάζονται, δεν μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος των συμφερόντων των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων. Αντίθετα,  αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για την πολιτική ενσωμάτωσή σημαντικών κοινωνικών τμημάτων των «από κάτω» και ταυτόχρονα τραγικό λάθος από την πλευρά της Αριστεράς (που έχει ιστορικά καταγραφεί πολλαπλώς), να θεωρηθούν ως αξιοποιήσιμες υπαρκτές δυνατότητες συμμαχιών.

Σήμερα, στην Ελλάδα, η κατάσταση δίνει την εντύπωση ότι πραγματικά, τείνει να γίνει ανεξέλεγκτη καθώς φατρίες, ομάδες, ιδιωτικά συμφέροντα και σκοπιμότητες εντός της άρχουσας τάξης και των διάφορων κέντρων εξουσίας, οικονομικής, πολιτικής, δικαστικής, συγκρούονται υπονομεύοντας τους άμεσους αντιπάλους τους και επιδιώκοντας τη δική τους ιδιαίτερη «σωτηρία» ή κατάληψη καλύτερης θέσης στον ανταγωνισμό και στον καθορισμό της διάδοχης κατάστασης ισορροπιών εξουσίας, την ώρα που το διεθνές πλαίσιο έχει γίνει ασφυκτικό και άμεσα υπονομευτικό για ολόκληρα τμήματα των ελλήνων καπιταλιστών.

Μπροστά στα μάτια του χειμαζόμενου από την σκληρή λιτότητα λαού, στα μάτια των χιλιάδων τσακισμένων μισθωτών, των στρατιών ανέργων, της νεολαίας χωρίς όνειρα για το μέλλον και συνολικά της κοινωνικής πλειοψηφίας, παρελαύνουν μίζες εκατομμυρίων, σκάνδαλα επί σκανδάλων, διαπλοκή επί διαπλοκής της πολιτικής εξουσίας και των οικονομικών συμφερόντων,  ταυτόχρονα με τα συνεχιζόμενα μέτρα και τον εντεινόμενο κυβερνητικό και κρατικό αυταρχισμό.

Μια εικόνα αποδόμησης και διάλυσης. Κυριολεκτικά «ένα ακόμη καρφί στο φέρετρο» της κυβέρνησης.

Αυτή ή σήψη και η διάλυση ωστόσο, που εγκυμονεί πολλαπλούς κινδύνους, δεν μπορεί να συνεχίζεται στον «αυτόματο πιλότο» αλλά είναι κρίσιμο να ανακοπεί με την ενεργό παρέμβαση των εργαζομένων και της κοινωνίας στην κατεύθυνσης μιας πολιτικής και κοινωνικής ανατροπής  που θα αναδείξει «Κυβέρνηση της Αριστεράς». Το καθήκον ανακοπής αυτής της πορείας αποδόμησης, προς αριστερή ριζοσπαστική κατεύθυνση, πέφτει στις πλάτες της Αριστεράς και ιδιαίτερα από το 2012,κατά μείζονα λόγο,  στον ΣΥΡΙΖΑ. Η τακτική της αναμονής και του «ώριμου φρούτου» εμπεριέχουν πολύ σημαντικούς κινδύνους.

Το κλίμα που διαμορφώνεται προκαλεί ασφυξία στην κυβερνητική αυτοπεποίθηση. Κεντρικά στελέχη της ΝΔ με ηττοπάθεια αναγνωρίζουν, μέσα από τη αρθρογραφία τους, αυτή την κατάσταση. Ο Σαμαράς είναι εγκλωβισμένος στο ναρκοθετημένο μονόδρομο του successstory, ελπίζοντας σε μια πολιτική στήριξη από την Τρόικα και ρύθμιση επί των ημερών του, του χρέους, με κάποια επιμήκυνση ή ακόμη και κούρεμα.

Για τους δανειστές αναμφισβήτητα μια κυβερνητική αλλαγή δεν είναι επιθυμητή, ωστόσο η στήριξη στον Σαμαρά από τους αμερικανούς ή/και τους γερμανούς περιορίζεται μόνο σε «καλά λόγια», εξαιτίας της δική τους διαμάχης, των αντιθέσεων και των αδιεξόδων της βαθιάς κρίσης, σε διεθνές επίπεδο. Η διατύπωση «wedelivered» που χρησιμοποίησε ο Σαμαράς πρόσφατα στο ευρωκοινοβούλιο σημαίνει, πέρα των άλλων, το τέλος των δυνατοτήτων της κυβέρνησης. Μιας κυβέρνησης που πλέον έχει αδυνατίσει πολύ, συνεχίζοντας να περνάει εξαιρετικά επώδυνα μέτρα. Ο νόμος για τον φόρο ακινήτων αποτέλεσε πολιτική αυτοκτονία για τη ΝΔ καθώς χτύπησε βάναυσα τον βασικό κοινωνικό της κορμό.

Η κυβέρνηση κλονίζεται από την αδυναμία της να αντιμετωπίσει τις τεράστιες αντιφάσεις και συγκρούσεις μέσα στο ίδιο το αστικό μπλοκ  και το βάρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας, όσο κι αν αυτή δυσκολεύεται να εκφραστεί δυναμικά και κλιμακούμενα, όσο κι αν η κυβέρνηση αυτή και γενικότερα η μνημονιακή στρατηγική στηρίχτηκε και εξακολουθεί ακόμη να στηρίζεται από την πλειοψηφία των αστικών κέντρων και μηχανισμών σε Ελλάδα και Ευρώπη.

Οι άλλοι δύο εταίροι της μνημονιακής συγκυβέρνησης, το ΠΑΣΟΚ και μέχρι πρότινος η ΔΗΜΑΡ, οδεύουν στο τέλος των συγκεκριμένων πολιτικών τους σχημάτων μέσα από μια εν εξελίξει διαδικασία ανασύνθεσης και ανασυγκρότησης του κεντροαριστερού πυλώνα μπροστά στον άμεσο κίνδυνο πλήρους κατάρρευσης και εξαφάνισης. Διαδικασία ωστόσο αντιφατική και σε κάθε περίπτωση σε β’ ρόλο στις άμεσες πολιτικές εξελίξεις όπου πρωταγωνιστής είναι ο ΣΥΡΙΖΑ.

Το περιεχόμενο της ελπίδας

Τους επόμενους πέντε μήνες, οι εκλογικές αναμετρήσεις για το ευρωκοινοβούλιο και την αυτοδιοίκηση καθώς και ο χρόνος των βουλευτικών εκλογών θα κρίνουν το «είδος» της κυβέρνησης που θα αναλάβει να απαντήσει τόσο στις απαιτήσεις των δανειστών, όσο και στη σχέση της χώρας με την ΟΝΕ και την ΕΕ και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει την εσωτερική κατάσταση μετά από τέσσερα χρόνια μνημονιακής λιτότητας, ύφεσης και κοινωνικής καταστροφής.

Τον πρώτο λόγο θα  έχει ο ΣΥΡΙΖΑ όπως διαμορφώνεται στη μαζική πεποίθηση και εμπεδώνεται ως κλίμα στην κοινωνία μα και στα πολιτικά επιτελεία. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ως η μοναδική ελπίδα του λαού για ν’ αλλάξουν τα πράγματα. Σε αντίθεση με το καταρρέον πολιτικό σύστημα των μνημονιακών κυβερνήσεων, του παραδοσιακού δικομματισμού του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.

Απέναντι στον κίνδυνο της ναζιστικής Χρυσής Αυγής που παρά τον σφοδρό πόλεμο που έχει δεχτεί και με την ηγεσία της στην φυλακή, συντηρείται και καιροφυλακτεί ως ο βασικός υποδοχέας της απελπισμένης οργής, της νεκρής ελπίδας που κρύβει μόνο τυφλό μίσος.

Εδώ όμως χρειάζεται να κάνουμε μια κρίσιμη παρατήρηση. Η ελπίδα του λαού πριν από ενάμιση χρόνο είχε διαφορετικό περιεχόμενο από σήμερα. Οι προσδοκίες και η αυτοπεποίθηση σημαντικών κοινωνικών κομματιών που εκφράστηκαν δυναμικά μέσα από το εργατικό κίνημα και τις διάφορες μορφές μαζικής κοινωνικής αντίστασης (διαμορφώνοντας συνολικά την κοινωνική δυναμική), ήταν ασφαλώς πιο αυξημένες απ’ ότι στις αρχές του 2014.  Τα ξεσπάσματα του μαζικού κινήματος των τελευταίων έξι μηνών, η ΕΡΤ, οι απόπειρες των καθηγητών μα και πλήθος άλλων εκδηλώσεων μικρότερης εμβέλειας δεν είχαν την προσδοκώμενη ένταση, έκταση και συνέχεια, όσο κι αν υπήρξαν περιπτώσεις που χαρακτηρίστηκαν από αντοχή και επιμονή όπως π.χ. οι αγώνες των διοικητικών στα ΑΕΙ  και των καθαριστριών.

Σ’ αυτή την εξέλιξη έπαιξαν ρόλο πλήθος παραγόντων όπως η ανετοιμότητα των συλλογικοτήτων της εργατικής και κοινωνικής οργάνωσης μπροστά στις απαιτήσεις της κλιμακούμενης ταξικής πάλης. Κυρίως, όμως, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία μιας προηγούμενης περιόδου μα και η ανετοιμότητα των πολιτικών συλλογικοτήτων της Αριστεράς που έχουν και την τελική ευθύνη.

Οι συζητήσεις – αντιπαραθέσεις εντός της Αριστεράς γύρω από τα ζητήματα του αντικαπιταλισμού και της σοσιαλιστικής προοπτικής, της «μετάβασης», του περιεχομένου της «παραγωγικής ανασυγκρότησης», του νοήματος του διεθνισμού, της σχέσης κόμματος – κοινωνίας και κινήματος και κυρίως πάνω στο δίπολο «ευρώ – δραχμή», έγιναν κατά κανόνα, και γίνονται ακόμη  με τρόπο που αγνοεί την ιστορική σημασία της περιόδου, την ποιότητα της διακύβευσης, τον πραγματικό συσχετισμό  δύναμης και τους όρους  οικοδόμησής του. Εν τέλει την πρόκληση του συγκεκριμένου από την σκοπιά της αντικαπιταλιστικής πάλης και της σοσιαλιστικής προοπτικής.

Ιδιαίτερα η συζήτηση για την ΟΝΕ και την ΕΕ καθορίζεται συχνά από έναν οικονομισμό που θολώνει την πραγματική και ουσιαστική ταξική αντίθεση.

Δεν χωρά αμφιβολία πως το ευρώ έχει μεταβληθεί σήμερα σε «ιδεολογικό όριο» (πραγματικό όριο είναι οι ίδιοι οι νόμοι της αγοράς και τα αδιέξοδά τους μέσα στην βαθιά κρίση, όπου στο ευρωπαϊκό πεδίο το ευρώ εκφράζει όλες τις αντιθέσεις της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής και αρχιτεκτονικής της ΟΝΕ) που πρέπει απαραίτητα να αμφισβητηθεί ανοιχτά και ξεκάθαρα προκειμένου ν’ ανοίξει ο δρόμος της εναλλακτικής αριστερής πορείας ρήξεων και ανατροπών υπέρ των συμφερόντων της εργασίας και της κοινωνικής πλειοψηφίας στην Ελλάδα και σ’ όλη την Ευρώπη. Το πρώτο βήμα είναι η «αποδαιμονοποίηση» της ενδεχόμενης εξόδου από την ΟΝΕ. Η επιμονή στον ευρωπαϊκό μονόδρομο με τους όρους της ΟΝΕ και της ΕΕ υπονομεύει, αν όχι ακυρώνει άμεσα, κάθε πραγματική δυνατότητα μιας «Κυβέρνησης της Αριστεράς» στην Ελλάδα. Παραγνωρίζει ουσιαστικά πως αυτή η ιστορική δυνατότητα δίνεται σήμερα εδώ, στην συγκεκριμένη χώρα και απαιτεί συγκεκριμένη  αξιοποίηση προς όφελος των ταξικών συμφερόντων της εργασίας και της κοινωνικής πλειοψηφίας, προκειμένου να έχει συνέχεια και προοπτική.

Ωστόσο η συνθήκη αυτή είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή. Η σύγκρουση με την ΟΝΕ, αν και απαραίτητη, δεν οδηγεί υποχρεωτικά και αυτόματα στο δρόμο της εργατικής και λαϊκής χειραφέτησης. Το περιεχόμενο αυτής της σύγκρουσης είναι αυτό που παίζει τον καθοριστικό ρόλο. Κι αυτό το περιεχόμενο, τα αιχμηρά σημεία του εργατικού, αριστερού προγράμματος, οι εθνικοποιήσεις – κοινωνικοποιήσεις των τραπεζών και των στρατηγικών τομέων της παραγωγής και της οικονομίας, τα ρήγματα στο πολιτικό σύστημα εκπροσώπησης και στην ευρύτερη συστημική λειτουργία και κοινωνική οργάνωση, η διεύρυνση της δημοκρατίας στην κατεύθυνση του εργατικού και κοινωνικού ελέγχου και συμμετοχής, πρέπει να γίνει κτήμα και υπόθεση ενός ευρύτατου κοινωνικού κομματιού, πρωτίστως του κόσμου της εργασίας, στην αντιπαράθεση και τη σύγκρουσή του με τους εργοδότες, με το μεγάλο ντόπιο κεφάλαιο και ασφαλώς ταυτόχρονα σε σύγκρουση με την ιμπεριαλιστική επιβολή, «γερμανόστροφη» ή «αμερικανόστροφη».

Η ευθύνη

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ακριβώς επειδή τόλμησε να διατυπώσει τον στόχο «Κυβέρνηση της Αριστεράς», με συνέπεια να μετατραπεί στην ηγέτιδα δύναμη της Αριστεράς, φέρει την κύρια ευθύνη  για όσα συνέβησαν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο και για όσα θα συμβούν στο άμεσο μέλλον από τη σκοπιά των συμφερόντων, μα και των προσδοκιών και δυνατοτήτων του κόσμου της εργασίας και της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Τα λανθασμένα συμπεράσματα για τον τρόπο που λειτούργησε αυτό το σύνθημα – «Κυβέρνηση της Αριστεράς» – στην κοινωνία, στις συγκεκριμένες συνθήκες της βαθιάς κρίσης ως φορέας άμεσης διεκδίκησης της ιδεολογικής ηγεμονίας, για την κρουστικότητά του ως εμβρυουλκός της πιο βαθιάς ταξικής και ιδεολογικής σύγκρουσης, καθώς και από    ιδεοληψίες, πρακτικές και συνήθειες του παρελθόντος σχετικά με τα καθήκοντα του κόμματος απέναντι στο εργατικό και κοινωνικό κίνημα,  συνέβαλαν στην υποχώρηση της κινηματικής δυναμικής.  Η μαζική γραμμή του κόμματος όπως κατανοείται από την κοινωνία μέσα από τον δημόσιο λόγο κεντρικών στελεχών (ως ερμηνεία, υπέρβαση και ενίοτε σε πραγματική αντίθεση με τα κείμενα και τις συνεδριακές αποφάσεις) χαρακτηρίζεται συχνά από την άμβλυνση των αιχμών του ριζοσπαστικού πολιτικού και προγραμματικού περιεχομένου, συμβάλλοντας έτσι στην μείωση των κοινωνικών προσδοκιών και στην υποχώρηση της δυναμικής της κοινωνικής κίνησης και αυτενέργειας που εμφανίστηκε στα πρώτα μνημονιακά χρόνια.

Αυτές οι επιλογές και   αντιλήψεις που εξακολουθούν να κυριαρχούν, ενισχύουν διαρκώς τα χαρακτηριστικά της εκλογικής ανάθεσης (παρά τις συχνές περί του αντιθέτου δηλώσεις προθέσεων).  Τα προηγούμενα είτε προέρχονται από πολιτικές επιλογές, είτε από αδυναμία, είτε και από ηττοπάθεια, είτε και από λανθασμένες αναλύσεις και τακτικές, έχουν οδηγήσει στη μετατροπή  των κοινωνικών εκφράσεων αντίστασης  σε παθητική εκλογική υποστήριξη. Σε έναν ανατροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο που οδηγεί σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη, για την Αριστερά και τον λαό, συνθήκη,  όπου ο ΣΥΡΙΖΑ βαδίζει  προς την κυβέρνηση, χωρίς όμως την ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας, η οποία εμφανίζεται με ποικίλους τρόπους να έχει αυτοπεριοριστεί ως προς την αποφασιστικότητά της να ανατρέψει το κατεστημένο, όσο κι αν αυτό σαπίζει και καταρρέει με ταχύτητα και κρότο. Δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη πως ο ΣΥΡΙΖΑ κατακτά την πρώτη θέση στις δημοσκοπήσεις την ώρα που, σημαντικό τμήμα αυτών που τον επιλέγουν ως εναλλακτική λύση, ως ελπίδα, εμφανίζονται να μην πιστεύουν  ότι θα καταργήσει το μνημόνιο!

Το στοιχείο που συνέχει πολλές  δημόσιες  τοποθετήσεις  ηγετικών στελεχών σχετικά με το χρέος και τις δυνατότητες απαλλαγής απ’ αυτό,  με την ιμπεριαλιστική επιβολή των δανειστών και τις δυνατότητες σύγκρουσης μαζί τους,  με τις προγραμματικές θέσεις του κόμματος συνολικά για την ανατροπή της λιτότητας και την  βαθιά και άμεση αναδιανομή του πλούτου, σχετικά με την δυνατότητα αντιστροφής του βέλους στην οικονομία από το ιδιωτικό και τις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις προς το δημόσιο και τις εθνικοποιήσεις – κοινωνικοποιήσεις, είναι η διαρκής υποτίμηση του ρόλου της κοινωνίας, των κινημάτων, των «μαζών» σ’ αυτές τις ανατροπές, πέρα από την έγκριση, δια της ψήφου, των επεξεργασιών των «ειδικών».

Η τελευταία ιδέα για τα φόρα του δήθεν κοινωνικού διαλόγου με σκοπό τη δημόσια παρουσίαση και νομιμοποίηση αυτών των «ειδικών», ως προαναγγελία των πολιτικών συμμαχιών και της διεύρυνσης προς στελέχη της κεντροαριστεράς που ποντάρουν στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι ακόμη ένα βήμα σ’ αυτήν την λανθασμένη πορεία.

Ωστόσο η ιστορική εξέλιξη, η ταξική πάλη δεν μπαίνει σε στενούς μονοδρόμους ούτε προεξοφλείται. Πόσο μάλλον όταν η βαθιά, δομική κρίση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος διεθνώς, στην Ευρώπη και πολύ περισσότερο στην Ελλάδα, δεν βρίσκει διέξοδο και  απαντήσεις.

Η ελπίδα του λαού, ακόμη κι όταν περιορίζεται από λάθος εκτιμήσεις, ηττοπαθείς επιλογές και πραγματικές αδυναμίες του ίδιου του κόμματος που διεκδικεί την κυβέρνηση της Αριστεράς, στο πεδίο της παθητικής εκλογικής ανάθεσης, αποτελεί,  παρά ταύτα τον ισχυρότερο  παράγοντα που μπορεί να πραγματοποιήσει ρήξεις, ανατροπές και ιστορικές υπερβάσεις. Η σύμφυση της ελπίδας του λαού με την προοπτική της «κυβέρνησης της Αριστεράς» αποτελεί ένα γεγονός, ένα «δεδομένο» στο τρέχον πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό. Η αναγνώριση αυτού του «δεδομένου», η κατανόηση και η αποδοχή αυτής της πραγματικότητας, (πρέπει να) αποτελεί προϋπόθεση για κάθε σχεδιασμό και δράση της πολιτικής Αριστεράς. Αντίθετα, η  παραγνώριση αυτής της πραγματικότητας εκφράζει στην ουσία μια συνολικότερη αντίληψη υποτίμησης της εργατικής και λαϊκής αυτενέργειας, της δυνατότητάς της να μεταβάλει προς όφελος των «από κάτω» τις συνθήκες.

Παρά τις μεγάλες δυσκολίες, κυρίως στο επίπεδο του διεθνούς ιδεολογικοπολιτικού συσχετισμού, ενδεχόμενη ήττα ή και χειρότερα, συντριβή αυτής της ελπίδας, δεν θα αποτελέσει ήττα στενά και μόνο του ΣΥΡΙΖΑ ή ακόμη και μόνο της ηγετικής του ομάδας. Δεν θ’ ανοίξει, άμεσα και αυτόματα, κανένα εναλλακτικό αριστερό δρόμο.  Αντίθετα θα καταγραφεί, στη συνείδηση των «από κάτω», αλλά και από το αντίπαλο μπλοκ, ως ήττα της Αριστεράς με κρίσιμες συνέπειες εγχώριες αλλά και ευρωπαϊκές και διεθνείς.

Η διαπίστωση αυτή πρέπει να βρεθεί στη βάση κάθε σχεδιασμού, κάθε τακτικής που σήμερα τοποθετείται σε κριτική θέση απ’ τ’ αριστερά στις επιλογές της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, εντός και εκτός του κόμματος.

Τρεις προτεραιότητες

Τρία είναι τα καίρια ζητήματα που θα καθορίσουν την πορεία προς, καθώς και το περιεχόμενο της «Κυβέρνησης της Αριστεράς» και θα ενισχύσουν ουσιαστικά την ελπίδα του λαού: η αναζωπύρωση του μαζικού κινήματος, η «αποδαιμονοποίηση»  της εξόδου από την ΟΝΕ και η φύση της «Κυβέρνησης της Αριστεράς».

Στο πρώτο ζήτημα,  την αναζωπύρωση του μαζικού κινήματος, είναι απαραίτητο να παρθούν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Για τον συντονισμό, την συνεννόηση, την δικτύωση όλων των συλλογικοτήτων αντίστασης και αλληλεγγύης, από τις εργατικές οργανώσεις, πρωτοβάθμια σωματεία και συνδικάτα, κινήματα για το περιβάλλον και την ποιότητα της ζωής, τοπικές δομές αλληλεγγύης, δημοτικά σχήματα μέχρι αντιφασιστικές πρωτοβουλίες, νεολαιίστικες συσπειρώσεις, ομάδες για ζητήματα φύλου και πρωτοβουλίες για τα δημοκρατικά δικαιώματα, στην βάση ενός ελάχιστου πλαισίου άμεσων στόχων που θα αναζωπυρώσει την κοινωνική κινητικότητα ξεκινώντας από τα ζωντανά πρωτοπόρα κύτταρα.

Στο δεύτερο ζήτημα, την «αποδαιμονοποίηση  της εξόδου από την ΟΝΕ»,  είναι αναγκαίο να γίνει απολύτως πειστικό πως μια «Κυβέρνηση της Αριστεράς» δεν θα υποχωρήσει την κρίσιμη στιγμή. Το ζήτημα αφορά στις αναγκαίες επιλογές και ενδεχόμενες συνέπειες που θα εξυπηρετούν μια απαρέγκλιτη και σταθερή πορεία με ταξική μεροληψία, άμεσα οφέλη για τον κόσμο της εργασίας και την κοινωνική πλειοψηφία που ξεκινά με την ανατροπή των μνημονίων και της λιτότητας, την αθέτηση πληρωμών και την διαγραφή χρέους και θα στοχεύει διακηρυγμένα  στη μεταβατική πορεία ρήξεων και  μετασχηματισμών με σοσιαλιστική προοπτική σε Ελλάδα και Ευρώπη. Αφορά στην καθοριστικής σημασίας ανάγκη, να γνωρίζει ο λαός όλα τα πιθανά ενδεχόμενα και να συστρατευτεί με όρους επίγνωσης, συμμετοχής και αποφασιστικότητας. Με την αυτοπεποίθηση ότι υπάρχει σχέδιο και εναλλακτική προοπτική η οποία θα προωθείται και θα υλοποιείται με κύριο παράγοντα τη δική του κίνηση, με οποιοδήποτε νομισματικό ενδεχόμενο απαιτηθεί στην πορεία αυτή.

Στο τρίτο ζήτημα, στην «Κυβέρνηση της Αριστεράς» και στο περιεχόμενό της συμπυκνώνονται όλοι οι στόχοι και οι διακυβεύσεις. Η μορφή της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ θα κρίνει πρωτίστως την κοινωνική αντίδραση μετά τις εκλογές. Σε αντίθεση με  κεντροαριστερές εκδοχές, αριστεροδέξιες συμμαχίες, δήθεν αντιμνημονιακές ή πολύ χειρότερα, εκδοχές κυβερνήσεων εθνικής ενότητας, κυβερνητικά σχήματα – παγίδα για την Αριστερά που ακυρώνουν το περιεχόμενο της «κυβέρνησης της Αριστεράς» και στερούνται νοήματος από την σκοπιά των συμφερόντων του κόσμου της εργασίας και της κοινωνικής πλειοψηφίας, μια «Κυβέρνηση της Αριστεράς» θα προκαλέσει την άνοδο του κινήματος διεκδίκησης. Πρώτ’ απ’ όλα του εργατικού, αλλά και ευρύτερα του μαζικού, κοινωνικού κινήματος. Διεκδικήσεις για τους κατώτερους μισθούς και τις συντάξεις, τη δημόσια και δωρεάν Υγεία και Παιδεία, την ουσιαστική Δημοκρατία, τη συντριπτική ήττα του φασισμού και την πάταξη και τιμωρία της «διαπλοκής».   Κάτι τέτοιο δεν θα είναι πρόβλημα προς διαχείριση ή ακόμη και απειλή για την κυβέρνηση. Αντίθετα μέσα σ’ αυτή την εξέλιξη της αναζωπύρωσης των διεκδικήσεων και των προσδοκιών κρύβεται η δύναμη της «Κυβέρνησης της Αριστεράς». Η «φύση» της «Κυβέρνησης της Αριστεράς», η σύνθεση της κυβέρνησης δηλαδή καθώς και το περιεχόμενο της κυβερνητικής πολιτικής (και δη από τα πρώτα άμεσα μέτρα και απαντήσεις σε διλήμματα), θα κρίνει την  δυνατότητα  ανάπτυξης της αναγκαίας κοινωνικής διαδικασίας αντεπίθεσης. Την έλευση μιας κοινωνικής «Άνοιξης» στην Ελλάδα που θα εμπνεύσει μέσα στην Ευρώπη της κρίσης και της ανόδου της ακροδεξιάς, εναλλακτικούς δρόμους και πολύτιμο υπόδειγμα – σημείο αναφοράς.

Σε μια τέτοια εξέλιξη οφείλουν να στοχεύουν όλες οι αντικαπιταλιστικές προσεγγίσεις ως το καλύτερο ενδεχόμενο περιβάλλον κλιμάκωσης της ταξικής και πολιτικής πάλης. Όπου η ελπίδα εν αναμονή και σε ανάθεση μπορεί να ξαναπάρει τα χαρακτηριστικά της διεκδίκησης στη βάση μιας νέας αφετηρίας, μιας νέας (ανανεωμένης) δυνατότητας για την εκπλήρωση των κοινωνικών αιτημάτων και των πολιτικών στόχων με σοσιαλιστική προοπτική.

Η σχέση της «Κυβέρνησης της Αριστεράς» με την κοινωνία είναι διαλεκτική και αμφίδρομη. Η κυβέρνηση αυτή θα δικαιώσει την ελπίδα του λαού στον βαθμό που αντιστοιχεί στο περιεχόμενο αυτής της ελπίδας. Στον βαθμό που η ελπίδα θα μετατραπεί σε συνείδηση, συμμετοχή, δράση και αποφασιστική λαϊκή αυτενέργεια.

Advertisements