Αντιφασιστικό εργατικό κίνημα και Αριστερά

by _/\_

Η εν ψυχρό και απροκάλυπτα πολιτική δολοφονία του αντιφασίστα καλλιτέχνη Π. Φύσσα από την Χρυσή Αυγή είναι ένα ιστορικό γεγονός. Σφραγίζει τη συγκυρία και τις πολιτικές εξελίξεις. Κυρίως όμως σφραγίζει την κοινωνική οπτική για τα πράγματα.

Το αίμα χαράζει μια έντονη διαχωριστική, εκ πρώτης και φαινομενικά διαφορετική απ’ αυτή του μνημονίου, που υπόβοσκε ούτως ή άλλως με την παρουσία και τη δράση των νεοναζί μέσα στο όψιμο μνημονιακό πολιτικό σκηνικό της κρίσης αλλά τώρα καθίσταται μαζικά εμφανής με την πιο ωμή της διάσταση. Οξύνει τους όρους της πόλωσης, πρώτ’ απ’ όλα στο πεδίο της ιδεολογικής πάλης. Μένει να φανεί ο συσχετισμός που θα διαμορφωθεί στο επόμενο διάστημα σε μια περίοδο που οι αντιφάσεις και οι κοινωνικές και πολιτικές προκλήσεις παροξύνονται με την ένταση και την πόλωση να κλιμακώνονται.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται την ώρα της ανάπτυξης μεγάλων απεργιακών κινητοποιήσεων πολλών κλάδων με την ΟΛΜΕ να σέρνει τον χορό. Η έκρηξη της απεργιακής αντιπαράθεσης τρεις μήνες μετά την ΕΡΤ, εμφανώς πολιτική και με αντικειμενική διακύβευση την πτώση της κυβέρνησης, βρίσκεται στο κέντρο της ταξικής και πολιτικής πάλης. Το γεγονός της φασιστικής δολοφονίας εμφανίζει ηχηρά προς την κοινωνία, μια διαφορετική (φαινομενικά) συμπύκνωση των αντιθέσεων. Το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης γίνεται πιο σύνθετο. Στην εποχή των ΜΜΕ, η «είδηση» της φασιστικής δολοφονίας τείνει να επισκιάσει τις απεργίες που ήδη δέχονται πίεση στην δυναμική τους. Ταυτόχρονα μετέθεσε αποφασιστικά την έμφαση και το κέντρο της πολιτικής συζήτησης στο ζήτημα της δημοκρατίας και της υπεράσπισης της (όποιας) νομιμότητας απέναντι στους νεοναζί.

Οι πρώτες αντιδράσεις, κοινωνικές και πολιτικές, χαρακτηρίζονται από αντιφασιστικό ρεφλέξ. Ωστόσο άμεσα βρέθηκε στο επίκεντρο των πολιτικών αντιφάσεων η «θεωρία των δύο άκρων». Για τον Σαμαρά το πρόβλημα αφορά στην βαθύτερη στρατηγική της σύγκρουσης με την Αριστερά, στην σαφή εικόνα του ταξικού και πολιτικού διαχωρισμού και την ακροδεξιά αντίληψή του, όπου το «μνημόνιο – αντιμνημόνιο» αποτελεί την προφανή αλλά κατ’ ουσία δευτερεύουσα διαχωριστική. Ουσιαστική μετατόπιση του άξονα αυτής της πολιτικής δεν είναι εύκολη και η πίεση επάνω στην γραμμή των «δύο άκρων» θα οξύνει τις αντιφάσεις στο δεξιό στρατόπεδο. Ήδη έχει εκφραστεί κατηγορηματικά εναντίον της σκληρής ακροδεξιάς γραμμής αριθμός στελεχών της ΝΔ που εκφράζει ένα φάσμα πιο μετριοπαθών απόψεων.  Ταυτόχρονα, αυστηρά μηνύματα αρχίζουν να έρχονται και από το ευρωπαϊκό και διεθνές πεδίο καθώς οι εξελίξεις αυτές στην Ελλάδα – πειραματόζωο οδηγούν στην εξαγωγή συμπερασμάτων απ’ όλες τις πολιτικές τάσεις πανευρωπαϊκά.

Η υποταγμένη στο μνημονιακό πλαίσιο κεντροαριστερά, πέρα από τις όποιες διαφορές και αντιφάσεις,  βλέπει να αναδύεται εκ νέου το «συνταγματικό τόξο», ένα πεδίο ευνοϊκό και συμβατό με τα σχέδια για ανοικοδόμηση ανεξάρτητου πόλου, καθώς η συνθήκη δημιουργεί όρους πίεσης και προς τον Σαμαρά και προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο κι εδώ οι αντιφάσεις είναι τεράστιες. Ο Βενιζέλος είναι κυριολεκτικά προσκολλημένος στον Σαμαρά και εν τέλει οι δυνάμεις του χώρου (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ και ΣΙΑ) αποτελούν δευτερεύοντες παίκτες στο πολιτικό και κοινωνικό «παιχνίδι». Εξαρτώνται από την κίνηση των πρωταγωνιστών.

Ο σημαντικότερος, κρίσιμος παράγοντας είναι η ο ΣΥΡΙΖΑ και η Αριστερά συνολικά. Η συγκυρία βάζει επιτακτικά το ζήτημα της πρωτοβουλίας, της πολιτικής ηγεμονίας σε μια δύσκολη στιγμή όπου η κυβέρνηση ταλανίζεται από την αμηχανία και τις αντιφάσεις και η κοινωνία ζητά «οδηγό».

Η ουσιαστική κατανόηση των όρων της κρίσης και της σκληρής επίθεσης του κεφαλαίου στην εργασία, ως το έδαφος στο οποίο αναπτύσσεται ο φασισμός και ο ναζισμός σαν το μακρύ χέρι του συστήματος, η άμεση σύνδεση της πολιτικής του μνημονίου και της ενδυνάμωσης των ναζιστών της ΧΑ, η κεντρική σημασία της κοινωνικής κινητοποίησης και δράσης βρίσκονται στην βάση κάθε αριστερής προσέγγισης.

Το «συνταγματικό τόξο» δεν αποτελεί επιλογή καθώς με συγγενείς μορφές έχει κριθεί και ιστορικά αποτελώντας καταστροφή για την αριστερά, για το εργατικό κίνημα και συνολικά για τους από κάτω. Πρόκειται για σχήμα που κρύβει μέσα του την παγίδα της ενσωμάτωσης στο ίδιο κάδρο με την μνημονιακή συμμαχία, με την ίδια την κυβέρνηση. Σχήμα που υπό τις παρούσες συνθήκες ενδυναμώνει τις στρατηγικές κυβερνήσεων εθνικής ενότητας που θα σκοπεύουν να υποτάξουν την αριστερά και την ελπίδα του λαού σ’ ένα πλαίσιο συναντίληψης για την αντιμετώπιση της κρίσης, στο όνομα της πάλης ενάντια στον φασισμό.

Ως εκ τούτου απέναντι στην «θεωρία των δύο άκρων», της οποίας η αναίρεση αναδεικνύει την επιλογή του «συνταγματικού τόξου», χρειάζεται η σαφής προβολή ενός διαφορετικού διαχωρισμού ταξικής και ιδεολογικής αποκάλυψης: απ’ την μια πλευρά βρίσκεται η κυβέρνηση των μνημονίων και της σκληρής και διαρκούς λιτότητας και επίθεσης σε εργατικά, κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα, ο εκφραστής των συμφερόντων του ντόπιου μεγάλου κεφαλαίου, ο εκφραστής των νεοφιλελεύθερων στρατηγικών της ΟΝΕ και του ΔΝΤ μέσα στην βαθιά κρίση, οι μηχανισμοί της καταστολής και επιβολής πάνω στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, τροφοδότες και διαπλεκόμενοι με την ναζιστική συμμορία, ιδεολογικά και πρακτικά. Από την άλλη πλευρά βρίσκεται η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, ο κόσμος της εργασίας και το εργατικό κίνημα, η πιο ουσιαστική δημοκρατία και οι αξίες της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης, των συμφερόντων της εργασίας απέναντι στο κεφάλαιο, η Αριστερά.

Το ζήτημα της ενότητας της Αριστεράς αναδεικνύεται και πάλι ηχηρά και ξεκάθαρα ως απαραίτητη προϋπόθεση για την αντιμετώπιση του θανάσιμου κινδύνου που ξεπροβάλει μέσα από τον παροξυσμό των αντιθέσεων. Για να επιτευχθεί είναι απαραίτητο να ηττηθεί η σεκταριστική, τριτοπεριοδική σταλινική αντίληψη που διατίθεται να μην στηρίξει με όλες της τις δυνάμεις την ανάπτυξη της δημιουργίας και κλιμάκωσης του απεργιακού μετώπου με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης αλλά επίσης και η γραφειοκρατική και συνάμα ουτοπική, ηττοπαθής και αυτοκαταστροφική αντιμετώπιση των καθηκόντων της Αριστεράς  με προτεραιότητα επικοινωνιακούς και εκλογικούς όρους. Στο συμπυκνωμένο και επιταχυνόμενο ιστορικό χρόνο της κρίσης οι ευρωεκλογές και οι αυτοδιοικητικές εκλογές θα έχουν ήδη σε μεγάλο βαθμό καθοριστεί από τις μάχες που προηγούνται, από τις μάχες που δίνονται τώρα.

Ο πλέον κρίσιμος παράγοντας είναι η εξέλιξη του απεργιακού αγώνα υπό τις νέες συνθήκες. Η απεργία, η εργατική και λαϊκή κινητοποίηση πρέπει να γίνει το όχημα του αντιφασιστικού αγώνα ενδυναμώνοντας τη συγκεκριμένη κοινωνική πίεση στην κυβέρνηση που βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Στοχοθετώντας την πτώση της κάτω από την πίεση του κινήματος. Ενισχύοντας τη δυνατότητα αυτή με αντιφασιστικά χαρακτηριστικά και αιτήματα δημοκρατίας για τους από κάτω .

Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται εύκολο. Χρειάζεται για να επιτευχθεί άμεση και συστηματική οικοδόμηση του πιο πλατιού ενιαίου μετώπου του εργατικού κινήματος και των κοινωνικών κινημάτων, της νεολαίας και της Αριστεράς στο σύνολό της. Χρειάζεται να αποφύγει τα «λαϊκομετωπικά» ολισθήματα της δήθεν εθνικής ενότητας που σε τέτοιες στιγμές αναφύονται ως σπασμός άμυνας του καταρρέοντος «παλιού κόσμου», ξεκαθαρίζοντας ότι η μόνη ανεξαρτησία είναι αυτή που δεν περιλαμβάνει τους αστούς και τις ποικίλες εκπροσωπήσεις τους. Χρειάζεται ισχυρή πολιτική εκφώνηση και αποφασιστική στροφή στη συγκρότηση και την πολιτική και ιδεολογική ανύψωση και έμπνευση της εργατικής, λαϊκής και νεολαιίστικης «βάσης», εκεί όπου η μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων πρέπει να διαβεί τον δρόμο της χειραφέτησης και της συνειδητής οργάνωσης.  Είναι η μόνη κατεύθυνση που διεκδικεί τη νίκη τόσο απέναντι στο μνημόνιο και την κυβέρνηση όσο και απέναντι στους φασίστες. Είναι ταυτόχρονα μια ιστορική ευκαιρία για την Αριστερά να κατακτήσει την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία και να ισχυροποιήσει τους όρους για μια μεγάλη ανατροπή με σοσιαλιστικό ορίζοντα στην Ελλάδα, μήνυμα και τροφοδότης εξελίξεων σε όλη την Ευρώπη.

Advertisements