Ο κατώτατος μισθός και …άλλες ιστορίες

by _/\_

Ένα από τα πρόσφατα επεισόδια στον επικοινωνιακό πόλεμο ανακοινώσεων της ΝΔ εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ αφορά στον κατώτατο μισθό και τις προθέσεις της ενδεχόμενης κυβέρνησης της αριστεράς.
Το ζήτημα διευκρινίστηκε και αποσαφηνίστηκε: ο ΣΥΡΙΖΑ θα επαναφέρει άμεσα τον κατώτατο μισθό στο επίπεδο που βρισκόταν αυτός το 2009. Τελεία και παύλα. Όπως ακριβώς δήλωσε κατά την επίσκεψή του στην Λάρκο (15/11/12) ο πρόεδρος της ΚΟ Α. Τσίπρας: «θα τους επαναφέρουμε με ένα νόμο και ένα άρθρο όταν βρεθούμε σε θέση διακυβέρνησης».
Πέρα, όμως, από την μανιώδη προσπάθεια της ΝΔ να συκοφαντήσει τον ΣΥΡΙΖΑ και να διαστρεβλώσει τις θέσεις του, κάτι τέτοιο συμβαίνει επειδή επίσης και οι δηλώσεις ορισμένων κεντρικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ αφήνουν τα περιθώρια για διαφορετικές ερμηνείες και σπέκουλα. Αυτό το πρόβλημα παρουσιάζεται ως παρενέργεια της διαφαινόμενης προσπάθειας να διαμορφωθεί ένα ορισμένο «μείγμα» πολιτικής εκφώνησης που θα μπορέσει να προσελκύσει το πολιτικό ακροατήριο του κέντρου και της λαϊκής δεξιάς και θα αυξήσει καθοριστικά την εκλογική επιρροή του κόμματος σε κοινωνικά ακροατήρια χωρίς στοιχεία αριστερής ταυτότητας. Στα πλαίσια αυτής της τακτικής έγιναν και γίνονται επιλογές (κυρίως επικοινωνιακών προθέσεων) όπως τα ταξίδια του προέδρου στο εξωτερικό αλλά και η παρουσία του ως ομιλητής στις εκδηλώσεις του ιδρύματος Κ. Καραμανλή.
Ωστόσο μ’ αυτή την τακτική που εμφανίζεται ως κυρίαρχη στον δημόσιο λόγο του ΣΥΡΙΖΑ ήδη από το φθινόπωρο (σε αντίθεση με τα κείμενα και τις αποφάσεις των οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ), αντί να διεισδύει ο ΣΥΡΙΖΑ στις κυβερνητικές και γενικότερα στις συστημικές αντιφάσεις, συμβαίνει το αντίθετο!

Μια προσεκτική ματιά στα ποιοτικά στοιχεία των μετρήσεων της κοινής γνώμης- που για τους υπέρμαχους της επικοινωνιακής τακτικής ως άσκηση πολιτικής, αποτελούν τον ακρογωνιαίοι λίθο της πολιτικής σκέψης και σχεδιασμού – θα εντοπίσει ευρήματα τουλάχιστον ανησυχητικά για την ορθότητα αυτών των προσεγγίσεων. Την ίδια ώρα που ένα πλειοψηφικό ρεύμα στην ελληνική κοινωνία εκτιμά πως χρειάζονται πολύ μεγάλες ανατροπές (βαθιές αλλαγές 63% και επανάσταση 23% – Public Issue) και με την στάση της κυβέρνησης Σαμαρά απέναντι στις κινητοποιήσεις των εργαζόμενων (επιστρατεύσεις, καταστολή) να διχάζει την ελληνική κοινωνία (54,9% κατά της καταστολής έναντι 43,7% – GPO, και αντίστοιχα 40% έναντι 39% – Public Issue) με την πλειοψηφία ωστόσο, να δίνει προτεραιότητα στα δικαιώματα και τις ελευθερίες έναντι του νόμου και της τάξης (44% έναντι 32% – Public Issue), σχετικά με τον ΣΥΡΙΖΑ μόλις ένας στους τέσσερις θεωρεί πως είναι έτοιμος να κυβερνήσει (Public Issue), ενώ περισσότεροι από τρεις στους τέσσερις δεν πιστεύουν πως πρόκειται να καταργήσει το Μνημόνιο (GPO).

Έτσι λοιπόν, απόψεις όπως αυτή που τονίζει πως ο χρόνος παραμονής του Σαμαρά στην εξουσία απομειώνει τις δυνατότητες της ανατροπής της πολιτικής του, αποθαρρύνουν παρά προσελκύουν έναν ολόκληρο κόσμο. Αυτό συμβαίνει ακριβώς γιατί, πέρα από τις καλές προθέσεις και την προβολή της επιθυμίας για άμεση ανατροπή της κυβέρνησης, από την σκοπιά της πολιτικής προπαγάνδας τέτοιες «ρεαλιστικές» διαπιστώσεις λειτουργούν αντίστροφα. Ενισχύουν την αποδοχή της αγοράς ως το αναμφισβήτητο πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας και των όρων της ζωής και της εργασίας, περιορίζοντας τις όποιες δυνατότητες διαφοροποίησης στα καθορισμένα από τις καπιταλιστικές στρατηγικές, πλαίσια και ερμηνείες της κρίσης και της «ανάπτυξης». Τί να πιστέψει ότι μπορεί να ανατρέψει ο λαός όταν οι «ειδικοί» της αριστεράς υπογραμμίζουν τους περιορισμούς παρά τις δυνατότητες;

Το στρατηγικό επιχείρημα που ενέπνευσε μαζικά ολόκληρα κοινωνικά κομμάτια να στηρίξουν την εναλλακτική πρόταση για κυβέρνησης της αριστεράς είναι πως υπάρχει άλλος, εναλλακτικός δρόμος ρήξης με την «ορθοδοξία της αγοράς» και ταυτόχρονα ρεαλιστικός και άμεσα εφαρμόσιμος, που στον πυρήνα του έχει την συγκρουσιακή και ανατρεπτική αντίληψη της μεταφοράς ισχύος και πλούτου από το κεφάλαιο προς την εργασία με μοχλό το δημόσιο και αναγκαία μα ταυτόχρονα και ικανή συνθήκη για την εκκίνηση αυτής της πορείας, την ανατροπή του μνημονίου και την αναστολή έως και οριστική παύση πληρωμών προς τους δανειστές. Σ’ αυτόν τον δρόμο, που η προτεραιότητα των αναγκών του κόσμου της εργασίας και της κοινωνικής πλειοψηφίας είναι αδιαπραγμάτευτη έναντι των απαιτήσεων των δανειστών, η θέση «καμιά θυσία για το ευρώ και το χρέος» είναι η αναγκαία προϋπόθεση. Αυτό είναι το περιεχόμενο της «κυβέρνησης της αριστεράς», έτσι καταγράφεται στα κείμενα και στις συλλογικές αποφάσεις των οργάνων του κόμματος και γι’ αυτό δεν μπορεί να σχετικοποιείται από θολές εκδοχές «ευρύτερων» κυβερνήσεων με την συμμετοχή της αριστεράς χωρίς τις αντίστοιχες, καταστροφικές συνέπειες για την δυναμική μα και την προοπτική του εργατικού και λαϊκού κινήματος και της αριστεράς.

Οποιαδήποτε ερμηνεία που τίθεται απολύτως εκτός αυτού του πλαισίου, πέρα από τις όποιες προθέσεις, προσθέτει δύναμη και επιχειρήματα στον αντίπαλο.

Δημόσιες τοποθετήσεις που σχετικοποιούν τις κομβικές αιχμές του προγράμματος της κυβέρνησης της αριστεράς, ιδιαίτερα δε τις άμεσες δεσμεύσεις και πολύ περισσότερο το συνολικό πολιτικό σχέδιο, μιλώντας ευθέως για την απεύθυνση «στον κεντρώο χώρο και σε κομμάτια της Δεξιάς που αυτή τη στιγμή μπορούν να αποτελέσουν έναν νέο πολιτικό συνασπισμό», υπονομεύουν τον ΣΥΡΙΖΑ, την προοπτική της κυβέρνησης της αριστεράς και πρέπει να αποδοκιμάζονται απερίφραστα από το κόμμα.

Η ίδια, βαθιά και δομική καπιταλιστική κρίση και η εξέλιξή της δεν αφήνει περιθώρια για επιπόλαιες εκλογοκεντρικές επικοινωνιακές επιλογές χωρίς στρατηγικό βάθος. Είναι χρήσιμο να μην ξεχνάμε πως σε συνθήκες «κανονικότητας» ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα βρισκόταν στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η περίοδος βάζει πολύπλοκες πιέσεις σε όλο το πολιτικό σύστημα. Οι αντιφάσεις ωριμάζουν καθώς η κρίση εξελίσσεται. Τόσο στο οικονομικό πεδίο – πραγματικό ναρκοπέδιο για την κυβέρνηση Σαμαρά – όσο και στο πεδίο του πολιτικού συστήματος καθώς η συστημική ανάγκη ανοικοδόμησης της κεντροαριστεράς βοά. Η πίεση για ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ στο γενικό κάδρο του συστήματος που ασκείται με ευλαβική σταθερότητα από τις εκλογές του Μάη, σήμερα έχει κλιμακωθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί επιλογή κανενός αστικού τμήματος ντόπιου και διεθνούς όσο εκφράζει την κοινωνική ανάγκη για ουσιαστική ρήξη με τις ντόπιες και διεθνείς νεοφιλελεύθερες στρατηγικές λιτότητας και την άμεση ανατροπή τους.

Τα αποτελέσματα των ιταλικών εκλογών έρχονται να επιβεβαιώσουν την ανάγκη των κοινωνιών, ιδιαίτερα στον ευρωπαϊκό Νότο, για άμεσες και βαθιές αλλαγές. Το, χωρίς πολιτική ταυτότητα, κόμμα του Μπέπε Γκρίλο, «αντικατέστησε» σαν επιλογή έκφρασης της οργής αλλά και της ανάγκης για ρήξη και ανατροπή με το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, σε μεγάλο τμήμα του ιταλικού εκλογικού σώματος, την ηττημένη από τις κεντροαριστερές επιλογές του παρελθόντος, ιταλική αριστερά, καθώς πρόβαλε ριζοσπαστικές αιχμές όπως η πλήρης ανατροπή του παλιού και φθαρμένου πολιτικού συστήματος, η άμεση δημοκρατία, η αμφισβήτηση του ευρώ ως μονόδρομου αλλά και η απαίτηση του 20ωρου ενάντια στην ανεργία. Ταυτόχρονα μας θυμίζει πως ζούμε σε μια εποχή όπου οι ιδεολογικές ταυτότητες βρίσκονται σε βαθιά κρίση.

Στα μάτια της ελληνικής κοινωνίας ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μοιάζει ασφαλώς με την ιταλική Επανίδρυση των κεντροαριστερών επιλογών του παρελθόντος αλλά πρέπει να εξάγει συμπεράσματα από το μέγεθος της οργής και της απαξίωσης του πολιτικοοικονομικού συστήματος σε σημαντικά κοινωνικά κομμάτια που βρίσκουν έκφραση – απουσία της πειστικής αριστεράς – ακόμη και σε μεταμοντέρνα μορφώματα όπως το ιταλικό «κόμμα των 5 αστέρων».

Το πλεονέκτημα του ΣΥΡΙΖΑ αφορά αφενός στην ύπαρξη ισχυρής και ανθεκτικής αριστερής συνείδησης σε μεγάλο κοινωνικό τμήμα στην Ελλάδα και αφετέρου ότι διαθέτει ως ριζοσπαστική αριστερά την δυνατότητα να δώσει με αξιώσεις την απολύτως κρίσιμη μάχη των ιδεών. Ωστόσο αυτή η μάχη στην κλίμακα του 30% δεν δίνεται με σκέτη ιδεολογική προπαγάνδα. Οι ιδέες υπάρχουν μέσα στις πολιτικές επιλογές που αμφισβητούν (ή όχι) το συνολικό καπιταλιστικό πλαίσιο, το οποίο σήμερα είναι ταυτισμένο διεθνώς με την κρίση της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής και των όποιων παραλλαγών της.

Γι αυτό έχει καθοριστική σημασία η επιμονή στην «κυβέρνηση της αριστεράς» έναντι οποιασδήποτε άλλης κυβερνητικής φόρμουλας με την συμμετοχή της αριστεράς, η μονομερής ανατροπή του μνημονίου και η αμφισβήτηση του χρέους με άμεση παύση πληρωμών των τοκοχρεολυσίων, η άμεση υλοποίηση μέτρων όπως η επαναφορά του βασικού μισθού και άλλων εργασιακών δικαιωμάτων, η εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, η διεύρυνση της δημοκρατίας με μορφές κοινωνικού και εργατικού ελέγχου.

Απέναντι σε μια κυβέρνηση που ταλαιπωρείται από την οικονομική αβεβαιότητα αλλά και την σωρεία σκανδάλων που δεν της επιτρέπουν να ξεφύγει από την εικόνα του σάπιου και διαπλεγμένου πολιτικού συστήματος – η καταδίκη σε ισόβια του εκλεκτού του Σαμαρά δημάρχου της Θεσσαλονίκης Παπαγεωργόπουλου είναι το τελευταίο αλλά σίγουρα όχι έσχατο παράδειγμα – η απάντηση βρίσκεται στην κατεύθυνση που αντιμετώπισε ο ΣΥΡΙΖΑ την απεργία της 20 Φλεβάρη. Πήρε την πλήρη πολιτική ευθύνη για την οργάνωσή της ως πολιτική απεργία με αίτημα την πτώση της κυβέρνησης και την ανατροπή του μνημονίου (χωρίς αυτό να σημαίνει την απαξίωση και υποκατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος αλλά ταυτόχρονα και χωρίς να οδηγεί σε αδράνεια ελέω «στερεοτύπων» για την σχέση του κόμματος με το κίνημα). Έδωσε περιεχόμενο στην δράση των μελών του και γενικότερα στην «πολιτική των απ’ τα κάτω». Έκανε ένα σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση της οικοδόμησης πραγματικών σχέσεων με την κοινωνία πέρα από την εκλογική επιρροή και τις πελατειακές μεθόδους των κατεστημένων κομμάτων εξουσίας. Χρειάζεται επιμονή σ’ αυτή την κατεύθυνση και πίστη πως μέσα στην βαθιά κρίση η οικοδόμηση των όρων της μαζικής και συνάμα συνειδητής κοινωνικής κίνησης, είναι ο μόνος δρόμος για την «κυβέρνηση της αριστεράς» και την ιστορική ανατροπή με πανευρωπαϊκή και διεθνή απήχηση αλλά και ανοιχτό στρατηγικό ορίζοντα, προς τον Σοσιαλισμό.

Advertisements