Κυβέρνηση της Αριστεράς, ενδεχόμενο της ταξικής πάλης

by _/\_

Η πολιτική πρόταση για «ανατροπή στην Ελλάδα» και «Κυβέρνηση της Αριστεράς» αποτελεί τον πολιτικό εκείνο στόχο που αντιστοιχεί στην ταχεία αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών η οποία συντελέστηκε στα τέσσερα και πλέον χρόνια της κρίσης και ιδιαίτερα στα χρόνια εφαρμογής των ακραίων πολιτικών λιτότητας και του προγράμματος εσωτερικής υποτίμησης μέσω των μνημονίων. Επίσης αντιστοιχεί στο επίπεδο και στα χαρακτηριστικά της ριζοσπαστικοποίησης μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας, δεδομένης της προηγούμενης μακράς περιόδου νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης και των αποτελεσμάτων της τόσο στη συλλογική οργάνωση των «από κάτω» και στην πολιτική τους συνείδηση όσο και στην κατίσχυση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που επεκτάθηκε και κυριάρχησε όλη αυτή την περίοδο. Δεδομένων όλων των παραπάνω, το σύνθημα «Κυβέρνηση της Αριστεράς» έθεσε την προτεραιότητα στο πολιτικό επίπεδο και σωστά, σε μια περίοδο ανάπτυξης και κλιμάκωσης του κοινωνικού ριζοσπαστικού, με νέες μορφές και πειράματα συλλογικής κοινωνικής οργάνωσης και πάλης να αναδύονται στο προσκήνιο της κοινωνικής πραγματικότητας. Το σύνθημα-στόχος «Κυβέρνηση της Αριστεράς» σηματοδότησε πράγματι «το σήκωμα του γαντιού» από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, μια πολιτική απάντηση δηλαδή στην ιστορική πρόκληση. Λειτούργησε εκλογικά, ως μείζον κόμβος απεύθυνσης του ΣΥΡΙΖΑ, συμβάλλοντας σε μια ιστορική ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών σε εκλογικό επίπεδο.

Εδώ όμως τελειώνουν τα σχετικώς εύκολα, που βεβαίως απαιτούσαν πολιτική τόλμη (για τον ΣΥΡΙΖΑ του 4,5%) και γενικώς σωστή εκτίμηση της κοινωνικής πραγματικότητας και αρχίζουν τα δύσκολα της νοηματοδότησης των περιεχομένων «ανατροπή στην Ελλάδα» και «Κυβέρνηση της Αριστεράς» σε μη προεκλογικές συνθήκες, σε συνθήκες ανοικτού ταξικού πολέμου, με τον αντίπαλο να έχει επίσης εκτίμηση της κατάστασης, υπεροπλία σε μέσα και ισχύ και κανέναν δισταγμό στην κλιμάκωση της επίθεσης. Στα προηγούμενα να σημειώσουμε ότι αποτελεί παράδειγμα το πώς το αστικό πολιτικό προσωπικό πειθαρχεί, ελίσσεται και ανασυντάσσεται για τη διασφάλιση της συνέχειας του αστικού σχεδίου, ενώ ενσωματώνει και στοιχίζει στην παραπάνω υπαρξιακή του ανάγκη οτιδήποτε κινείται σε συγκλίνουσα κατεύθυνση. Χαρακτηριστικά, η εναλλαγή τριών κυβερνήσεων σε ένα χρόνο, η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, χωρίς όμως να εγκαταλείπει το σχέδιο, η εξαέρωση του ΛΑΟΣ, η ανασυγκρότηση προεκλογικά της ΝΔ ως δεξιάς παράταξης, με την εγκατάλειψη φυγόκεντρων σχεδίων, η ενσωμάτωση της ΔΗΜΑΡ στην τρικομματική κυβέρνηση και η κατά γράμμα συνέχιση της ίδιας πολιτικής, ανεξαρτήτως προεκλογικών εξαγγελιών και προγραμματικής συμφωνίας της τρικομματικής συγκυβέρνησης, καθιστούν έκδηλο το παραπάνω συμπέρασμα (παρά τα όποια λάθη, αστοχίες, φθορά κ.α τα οποία επέχουν δευτερεύουσα θέση).

Τα διακυβεύματα στην εποχή της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης έχουν υπαρξιακή διάσταση για αμφότερους τους ταξικούς πόλους και αυτό φαίνεται να είναι απολύτως ξεκάθαρο για την εγχώρια αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό. Η κρίση επιβάλλει τους δικούς της κανόνες, το δικό της πλαίσιο. Αν αυτή η ειδική και έκτακτη ιστορική συνθήκη αγνοηθεί ή υποβαθμιστεί τότε ο κίνδυνος συντριβής καιροφυλακτεί σε κάθε «στροφή».

Αξιωματική αντιπολίτευση ή «κόμμα» – πολιτικός φορέας της εργατικής τάξης

Τι σημαίνει λοιπόν «ανατροπή στην Ελλάδα» με στόχο την «Κυβέρνηση της Αριστεράς» και πώς οργανώνεται η πορεία αυτή μετά τις εκλογές του Ιουνίου;

Ο ΣΥΡΙΖΑ πραγματοποίησε ένα εκλογικό άλμα από το 4,5% στο 27% και έγινε από το δεύτερο κοινοβουλευτικό κόμμα της αριστεράς στην Ελλάδα, αξιωματική αντιπολίτευση στο αστικό πολιτικό σύστημα. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο. Το δεύτερο μεγάλο στοιχείο είναι ότι μετά το ’58 και την ΕΔΑ η αριστερά και συγκεκριμένα ο ΣΥΡΙΖΑ ως ριζοσπαστική αριστερά έκφρασε με πλειοψηφικό τρόπο, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, που έχουν υποστεί πραγματική συντριβή στους υλικούς όρους κοινωνικής αναπαραγωγής τους – γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο -. Φυσικά σε μια λεπτομερή ανάλυση θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πληθώρα λόγων και αιτίων για το αποτέλεσμα αυτό, αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός μας εδώ, αρκεί να αναφέρουμε μόνο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σε όλη την προηγούμενη περίοδο έμεινε «ανοικτός» στην κοινωνική κίνηση, διέδρασε με τα κινήματα και βρέθηκε μέσα σε όλους τους αγώνες που αναπτύχθηκαν.

Τα δύο αυτά στοιχεία που προαναφέραμε, ήτοι, αξιωματική αντιπολίτευση στο αστικό κοινοβούλιο και εν δυνάμει κόμμα της εργατικής τάξης και των σύμμαχων κοινωνικών στρωμάτων πρέπει να ιεραρχηθούν να οριστούν σε σχέση με τον πολιτικό στόχο και τα καθήκοντα που ορίζει η κρίση.

Εάν ως πρωταρχικό στοιχείο θεωρηθεί το πρώτο, αξιωματική αντιπολίτευση, που ερμηνεύεται ότι κατά τη μηχανική της αστικής πολιτικής η αξιωματική αντιπολίτευση σύντομα θα «κληθεί» να κυβερνήσει, τότε το μείζον είναι να ασκήσει μια «υπεύθυνη», αρκούντως δυναμική και «ζυγισμένη» επικοινωνιακά αντιπολίτευση, αξιοποιώντας τη δυναμική της ανόδου. Συνυπολογίζοντας σε αυτό, την κρίση ως, κυρίως, κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος και την ταχεία φθορά του από την εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής, τότε κύριο καθήκον αποτελεί η διεύρυνση του ποσοστού με μια πιο «πλατιά» πολιτική και η προετοιμασία για τη διακυβέρνηση της «χώρας», ώστε να είμαστε έτοιμοι/ες όταν έρθει ή ώρα.

Αυτή η τάση είναι εξαιρετικά ισχυρή, γι’ αυτό και στην προμετωπίδα των προβληματισμών και των συζητήσεων βρίσκεται η εξειδίκευση και  η κοστολόγηση του κυβερνητικού προγράμματος, ο προγραμματικός πολιτικός λόγος που στο επίκεντρό του έχει τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό ως σύνολο – η χώρα -, την πατριωτική ρητορεία, την ανάπτυξη, και εν τέλει την  προσπάθεια «προεξόφλησης» του μέλλοντος, δηλαδή της κρίσης, μέσω του λεπτομερούς προγράμματος οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης που θα αντικαταστήσει τα μνημόνια. Όπως είναι φυσικό η προσέγγιση αυτή κανονικοποιεί την περίοδο, δίνει προβάδισμα στην επικοινωνία, στα «τεχνικά» έναντι των πολιτικών στοιχείων και μάλιστα με τα εξ’ αντικειμένου αντιφατικά χαρακτηριστικά της – απ’ τη μια κάλεσμα για αγωνιστικές κινητοποιήσεις για την ανατροπή της κυβέρνησης και από την άλλη ανάλυση των παραγωγικών συμπλεγμάτων και της οργάνωσης του δρόμου της ανάπτυξης – προκειμένου να διευρυνθεί η απεύθυνση και να υπάρξει ανοχή αν όχι «συναίνεση» για την «Κυβέρνηση της Αριστεράς».

Η τακτική αυτή ισχυριζόμαστε ότι είναι εντελώς λανθασμένη έως καταστροφική για τη ριζοσπαστική αριστερά και για τους στόχους που επιχειρεί να εξυπηρετήσει.

Πρώτον, γιατί βρισκόμαστε στη δίνη μιας ιστορικής καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης και δεν υπάρχει τρόπος διεξόδου απ’ αυτήν πλην της συντριπτικής ήττας ενός απ’ τα δύο κύρια ταξικά μπλοκ. Η επανεκκίνηση της συσσώρευσης δηλαδή της καπιταλιστικής ανάπτυξης, μέσω, απλώς, ενός άλλου μίγματος πολιτικών ( φιλολαϊκών, φιλεργατικών, κοινωνικά «δίκαιων»), αποτελεί επικίνδυνη ουτοπία.

Δεύτερον, η άμβλυνση της πολιτικής κινείται αντίστροφα της διευρυνόμενης ταξικής πόλωσης και της ταχέως μεταβαλλόμενης πραγματικότητας της κοινωνικής ταξικής σύνθεσης με αποτέλεσμα, εκτός του ότι μένει εκτεθειμένη στα μαζικά προλεταριοποιούμενα κοινωνικά στρώματα, τα οποία ήδη έχουν ξεπεράσει τα όρια αντοχής τους, να κινδυνεύει να βρεθεί σε πολιτικό κενό.

Τρίτον, είναι απολύτως εκτεθειμένη στις αστικές τακτικές, ουραγός στην καταιγιστική αστική ατζέντα, με διαρκώς αμυντική στάση, ενώ ταυτόχρονα δεν προετοιμάζει, δε συντάσσει και δεν οργανώνει τις κοινωνικές αντιστάσεις, αφήνοντας εκτεθειμένη την κοινωνική πλειοψηφία να υφίσταται την ολοκληρωτική επίθεση με υπαρκτό κίνδυνο να συντρίβει.

Τέταρτονμια τέτοια προσέγγιση θεωρεί, εν πολλοίς, ότι η «ανατροπή» έχει ήδη συντελεστεί και καταγράφηκε στις εκλογές του Ιουνίου, συνεπώς η «ορθή» διαχείρισή της θα οδηγήσει και στην εκπλήρωση του δεύτερου στόχου της «Κυβέρνησης της Αριστεράς».

«Οικοδομώντας» τα περιεχόμενα των συνθημάτων

Μια αντίστροφη ιεράρχηση με έμφαση και απόλυτη προτεραιότητα του στοιχείου του ΣΥΡΙΖΑ μαζικού «κόμματος» της εργατικής τάξης και της λαϊκής κοινωνικής πλειοψηφίας, εντός κρίσης, με στόχο την οργάνωση της ανατροπής και την «Κυβέρνηση της Αριστεράς» στο πλαίσιο μιας μεταβατικής λογικής και του αντίστοιχου προγράμματος, θέτει εντελώς διαφορετικά καθήκοντα.

Πρώτον,  την εκπόνηση πολιτικού προγράμματος ταξικής μονομέρειας, με ξεκάθαρες δεσμεύσεις προς τους εργαζόμενους/ες, τους ανέργους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα σε ότι αφορά μισθούς, συντάξεις, εργατικά δικαιώματα, κοινωνικό κράτος, με εθνικοποιήσεις σημαντικών τομέων της οικονομίας και της παραγωγής και δραστική διεύρυνση του δημόσιου χώρου αγαθών και υπηρεσιών (όχι απλώς ως προς τη μορφή της ιδιοκτησίας (κρατική), αλλά με ριζική επανανοηματοδότηση του «δημόσιου», δημοκρατία στην παραγωγή, κοινωνικός και εργατικός έλεγχος – σχεδιασμός κ.λ.π. ) .

Δεύτερον,ξεκάθαρη στοχοποίηση του κεφαλαίου και του συσσωρευμένου πλούτου, βαριά φορολογία σε κάθε μορφή κέρδους (προϋπόθεση η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος στο σύνολό του, ώστε να ελέγχεται κάθε συναλλαγή, να αποκαλυφθούν οι διαδρομές των κερδών, (offshore, τριγωνικές τιμολογήσεις, ενδο–ομιλικές συναλλαγές κ.λ.π.).

Τρίτον, διεύρυνση της δημοκρατίας στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, με μορφές εργατικού και κοινωνικού ελέγχου, αμεσοδημοκρατικών δομών και αυτοοργάνωσης σε όλα τα επίπεδα.

Με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν να συγκροτηθεί μια συνεκτική αφήγηση σε πολιτικό και ταυτόχρονα σε επίπεδο ιδεών τόσο για τον χαρακτήρα της κρίσης και των προϋποθέσεων αριστερής διεξόδου απ’ αυτή, στηριγμένη σε μια ταξική ανάλυση, όσο και πυροδότησης της διαδικασίας συλλογικής οργάνωσης και πάλης.

Η ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος σε αριστερή ταξική κατεύθυνση, ο μαχητικός του προσανατολισμός και η είσοδός του και στο πεδίο της πολιτικής πάλης με ανατροπή των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών, αντί του προσεταιρισμού τμημάτων τους που μετακινούνται πολιτικά, μέσω της κινητοποίησης της βάσης στο πρωτοβάθμιο επίπεδο, έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την παραπάνω πολιτική.

Η αναγκαία δηλαδή ανασυγκρότηση των οργανώσεων της εργατικής τάξης και η πολιτική οργάνωση των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων σε ένα μαζικό κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς, που θα αποτελούν την κινητήριο πολιτική και κοινωνική δύναμη της ανατροπής, συναντά την τροχοπέδη της υπαγωγής των μεταβατικών ταξικών προγραμματικών δεσμεύσεων σε μια «μακροοικονομική» πολιτική για το σύνολο της χώρας, δηλαδή του ελληνικού καπιταλισμού.

Χωρίς μια τέτοια ξεκάθαρη πολιτική δέσμευση,  συγκεκριμένο πρόγραμμα εργατικών και κοινωνικών αναγκών στην προμετωπίδα, και με βάση αυτό πρόσκληση πολιτικής και κοινωνικής κινητοποίησης και οργάνωσης, δεν είναι δυνατόν να εξάγονται συμπεράσματα για την κοινωνική διάθεση και για την ετοιμότητα των εργαζομένων.  

Είναι απολύτως εκτός των καθηκόντων της ριζοσπαστικής αριστεράς να μιλάει με όρους χώρας, δηλαδή συνολικού καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού τη στιγμή που η αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό διεξάγει, με ακραία μονομέρεια, χωρίς προσχήματα ταξικό πόλεμο συρρικνώνοντας την αξία της εργασιακής δύναμης, κατεδαφίζοντας την εργατική νομοθεσία, εκποιώντας με προκλητικό τρόπο τον δημόσιο πλούτο, διαλύοντας το κοινωνικό κράτος, κάνοντας διαρκείς και κλιμακούμενες εκτροπές σε συνταγματικό, κοινοβουλευτικό και νομοθετικό επίπεδο, ενώ παράλληλα προωθεί τον εκφασισμό του κράτους σε όλα τα επίπεδα με πρωταρχικό αυτό της καταστολής.

Δεν απαντάς στην εξαθλίωση, τα βασανιστήρια, τον φασισμό και το νεοναζισμό με «newdeal» από θέσεις ριζοσπαστικής αριστεράς.

Η διάσταση του πολιτικού χρόνου μέχρι την «ανατροπή»

Ο πολιτικός χρόνος που μεσολαβεί από την ανοιχτή κρίση του συστήματος σε όλα τα επίπεδα μέχρι την επιβολή της «Κυβέρνησης της Αριστεράς» είναι πολύ «μακρύς» και ίσως ο κρισιμότερος για το πού θα γείρει το εκκρεμές των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών της κρίσης.

Η παράβλεψη ή υποτίμηση αυτού του κομβικού στοιχείου και η επικέντρωση της προσοχής και λειτουργίας του πολιτικού φορέα της αριστεράς, εν προκειμένω, του ΣΥΡΙΖΑ στην προετοιμασία της διαχείρισης της «νίκης» -κυβερνητικό πρόγραμμα της «Κυβέρνησης της Αριστεράς» – ενώ αυτή δεν έχει επιτευχθεί, ενδέχεται να αποτελέσει αποφασιστικό λάθος, για τη συνολική έκβαση της ταξικής σύγκρουσης.

Πρώτον, ο χρόνος λειτουργεί αντίστροφα για την αριστερά και αυτό είναι εν γνώσει του αντιπάλου που κερδίζει διαρκώς χρόνο. Όταν παρουσιάζονται ευκαιρίες να επιφέρεις ένα συντριπτικό χτύπημα  και περνάνε αναξιοποίητες, οι συνθήκες δεν ωριμάζουν αλλά κινδυνεύουν να «σαπίσουν». Η αυτοπεποίθηση, η μαχητικότητα και το φρόνημα του κόσμου πέφτουν, ενώ συνεχίζει να υφίσταται την ασφυκτική πίεση του συστήματος σε υλικό, ιδεολογικό και κοινωνικό επίπεδο, η οποία τον απειλεί με ευθεία συντριβή.

Δεύτερον,  η «ωρίμανση» του «αδιεξόδου» των εφαρμοζόμενων πολιτικών από την πλευρά της άρχουσας τάξης δημιουργεί και τις συνθήκες για την α-συνεχή μετάβασή τους σε μια νέα φάση. Δημιουργούνται δηλαδή οι συνθήκες για μια απότομη πολιτική στροφή από την πλευρά του αντιπάλου που θα αλλάξει την πολιτική ατζέντα, δημιουργώντας νέα δεδομένα τα οποία θα ανακόψουν την κοινωνική και πολιτική δυναμική της αριστεράς (π.χ. η πολιτική αναπλαισίωση του κοινοβουλευτικού αστικού προσωπικού σε πολιτικό επίπεδο, με στροφή σε μια κυβέρνηση αποκλειστικά τεχνοκρατών, κατά το υπόδειγμα της Ιταλίας, με χρονικό ορίζοντα την εφαρμογή των «αναδιαρθρώσεων», τη διαπραγμάτευση για το κούρεμα του θεσμικού χρέους και τη θεσμοθέτηση της απλής αναλογικής, θα μπορούσε να δημιουργήσει εντελώς νέους όρους – επίσης, υπό την ασφυκτική πίεση των τρεχουσών εξελίξεων καθώς επίσης και των αντιφάσεων εντός τρόϊκάς θα μπορούσε να αναδυθεί με νέα δυναμική η απαίτηση για «κυβέρνηση εθνικής ενότητας»).  Με άλλα λόγια η συνέχιση και η εφαρμογή του αστικού προγράμματος δημιουργεί του όρους για την «υπέρβαση» του και τη συνέχιση του με άλλη μορφή, δίνοντάς του το αποφασιστικό πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας στη διαμόρφωση της ατζέντας και του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγεται η σύγκρουση.

Τρίτον, η λεγόμενη τακτική του «ώριμου φρούτου» εξηγείται και βρίσκει την επιβεβαίωσή της μόνο από την πλευρά της εναλλαγής της διαχείρισης του συστήματος. Μόνο δηλαδή μιας εναλλαγής η οποία ελέγχεται και προετοιμάζεται από το ίδιο. Δεν υπάρχει ιστορικό παράδειγμα «ωρίμανσης των συνθηκών» και ιδιαίτερα εντός κρίσης, με την πλήρη κατάρρευση της αστικής πολιτικής εξουσίας και την άνοδο στην κυβερνητική εξουσία της Αριστεράς. Τα πρόσφατα παραδείγματα της Λατινικής Αμερικής συνιστούν εντελώς διαφορετικά υποδείγματα, όσον αφορά στις αντικειμενικής συνθήκες, τα οποία απαίτησαν και ένα σύνολο προϋποθέσεων που πόρρω απέχουν από τις υπάρχουσες. Ενώ το ιστορικό παράδειγμα της Χιλής του ’73, παρ’ ότι και αυτό σημαντικά διαφορετικό, είναι ενδεικτικό του διακυβεύματος και των προκλήσεων.  Με άλλα λόγια οι τακτικές του «ώριμου φρούτου», της αναμονής, των αμφιταλαντεύσεων και των παλινδρομήσεων, τόσο στο συνολικό πολιτικό σχέδιο της ανατροπής, όσο και στο επίπεδο της «αφήγησης», που συνεπάγονται και την αδυναμία τακτικών αλλά κυρίως αναστολής της δράσης, λειτουργούν  προς όφελος του αντιπάλου σε κάθε περίπτωση.

Η αναμενόμενη πλήρης κατάρρευση δεν θα έρθει ποτέ. Συνεπώς η ανατροπή και η «Κυβέρνηση της Αριστεράς» (όχι ως μια παρένθεση στην αστική συνέχεια, που ίσως εξετάζεται από τον αντίπαλο ως ενδεχόμενος ελιγμός) ή θα προετοιμαστεί συνειδητά και θα επιβληθεί, πρωτίστως από την κίνηση των ίδιων των εργαζομένων και των λαϊκών μαζών ή και αυτή θα αποτελέσει μια αναγκαία συνθήκη η οποία δεν μετατράπηκε σε ικανή.

Συνεπώς, αντί της πελαγοδρόμησης στα αστικά αδιέξοδα και στα ποικίλα σενάρια που κατακλύζουν την επικαιρότητα, ως οργανικό στοιχείο της τακτικής τους, αντί της παρουσίασης «λύσεων» και απαντήσεων για κάθε ένα από αυτά, από την πλευρά της αριστεράς, με αποτέλεσμα τον ταυτόχρονο εγκλωβισμό της στην ουρά της αστικής τακτικής και των καπιταλιστικών αντιφάσεών·η αριστερά πρέπει να απευθύνει αποκλειστικά προς τα κοινωνικά στρώματα τα συμφέροντα των οποίων θέλει να εκπροσωπήσει, τη δική της πολιτική πρόταση απολύτως διακριτή από κάθε αστικό σενάριο. Η αριστερά σε συνθήκες ακραίας ταξικής πόλωσης και κρίσης δεν έχει καθήκον να απαντά στα αστικά αδιέξοδα με τους όρους που αυτά τίθενται. Αντίθετα σε ευθυγράμμιση με την όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού πρέπει να εκφράσει πολιτικά, ως σχέδιο, ένα πλήρως ανταγωνιστικό και ρηξιακό πολιτικό πρόγραμμα το οποίο θα συγκροτεί ένα εύληπτο, πλήρως αντιθετικό και ανταγωνιστικό, ταξικά, πλαίσιο το οποίο θα συνδιαμορφώνει και θα απευθύνει αποκλειστικά προς την χειμαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία και πουθενά αλλού.

Κεντρικό ρόλο και στόχο αυτής της διαδικασίας παίζει η πολιτική αποτελεσματικότητα, η συμμετοχή στη διαμόρφωση και η κατανόηση του πραγματικού πολιτικού στόχου, στο πλαίσιο της ερμηνείας της «πραγματικότητας» (ιδέες-αφήγηση),  εργαλείο της μαζικής οργανωμένης κοινωνικής και πολιτικής δράσης αντίστασης και αλληλεγγύης.

Η ώρα της Αριστεράς

Στο επίπεδο των αντικειμενικών συνθηκών και της κοινωνικής δυναμικής που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία δύο χρόνια, αλλά και της αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών, έτσι όπως αποτυπώθηκαν στην τελευταία εκλογική αναμέτρηση, η ευκαιρία βρίσκεται στα χέρια της αριστεράς.

Σε αυτές τις συνθήκες και με τις υπαρκτές δυναμικές, η ευθεία αναμέτρηση του συστήματος με την αριστερά και το κίνημα ενέχει πολύ μεγάλο ρίσκο.

Η τακτική που το σύστημα εφαρμόζει είναι αυτή της φθοράς του κινήματος και της ενσωμάτωσης – αποδόμησης της αριστεράς.

Η πίεση για προσχώρηση στο έδαφος του «πολιτικού ρεαλισμού»  είναι ασφυκτική και δεν μπορεί να αποκρουστεί με επικοινωνιακά μέσα και με τακτικές στο λόγο και τη ρητορεία.

Οι μορφές με τις οποίες αυτή εκφράζεται ποικίλουν. Από τα μακροοικονομικά και δημοσιονομικά αστικά διλλήματα που τίθενται σε κάθε ευκαιρία, εκβιαστικά, και βέβαια πρωτίστως προσχηματικά αφού δεν απαντώνται και δεν αποτελούν άμεσο στόχο της ίδιας της αστικής πολιτικής, έως την προσέλευση στον ΣΥΡΙΖΑ «έμπειρων» και «ειδικών» που είναι έτοιμοι να βοηθήσουν, «προσγειώνοντάς» τον στο «ρεαλισμό» της  διακυβέρνησης. Από τις «πιέσεις» για μεταγραφές κεντρικών πολιτικών στελεχών καθώς και εκπροσώπων της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας από το χώρο του ΠΑΣΟΚ, των οποίων οι εκπροσωπήσεις και ο ρόλος καταρρέουν, ως τέτοιοι, όπως δηλαδή συγκροτήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, αν δεν «αναβαπτιστούν» μέσω της διαχρονικής πολιτικής καταγραφής και κοινωνικής εμπιστοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ, έως τη στοχοποίηση και «επίθεση» στις πιο αριστερές  και ριζοσπαστικές εκφράσεις του ΣΥΡΙΖΑ. 

Όλα τα παραπάνω που συνιστούν μορφές (υποκειμενικές και αντικειμενικές) της πίεσης του συστήματος για μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε μια «υπεύθυνη» δύναμη προκειμένου να αναλάβει τη «διακυβέρνηση» της χώρας έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σύγχυσης, δισταγμού, στάσης αναμονής των κοινωνικών στρωμάτων που τον στηρίζουν καθώς επίσης και τη μεταφορά  αυτής της πίεσης στο εσωτερικό με ανάπτυξη της εσωστρέφειας.

Σε αυτά προστίθεται ο κίνδυνος της «διαχείρισης» και των τακτικών κορυφής, που περιλαμβάνουν και το στοιχείο της apriori «διαπραγμάτευσης» των σημείων ισορροπίας και «συστημικής» ανοχής.

Σε αυτό το πλαίσιο το ενδεχόμενο της «κυβέρνησης της Αριστεράς» ως αποτέλεσμα ενός αστικού ελιγμού, εκτόνωσης της συστημικής και κοινωνικής πίεσης, σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης είναι υπαρκτό. Με εμφανή στόχευση την «πτώση» της αριστεράς σε πολιτικό κενό (ελλείψει οργανικής σχέσης με την κοινωνική της βάση), η οποία θα επιτρέψει την πολιτική της αποδόμηση και την ταυτόχρονη ανασυγκρότηση του αστικού μπλοκ.

Σε μια τέτοια περίπτωση η έκβαση της ιστορικής αναμέτρησης θα έχει εν πολλοίς κριθεί με  την ηγεμονία να έχει οριστικά εγκαθιδρυθεί στο αστικό στρατόπεδο και να έχει ανοίξει ο δρόμος για μια αντεπίθεση που πιθανώς να πάρει χαρακτηριστικά εθνικιστικής, ακραία αυταρχικής, ακροδεξιάς στροφής του συστήματος (οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό επίπεδο).

Είναι επιτακτική η ανάγκη να αντιστρέψουμε αυτή την τάση, θωρακίζοντας αυτή την ιστορική ευκαιρία από κάθε κίνδυνο και να μεταφέρουμε την πίεση στην άλλη πλευρά, δηλώνοντας:

«Να επιτεθούμε στον πλούτο», όπως σωστά γράφτηκε σε πρόσφατο άρθρο.

Νοηματοδοτώντας την «ώρα την αριστεράς» με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο:

«Την κρίση θα πληρώσει το κεφάλαιο»

Μπορεί να ειπωθεί είτε ότι τέτοιες δηλώσεις είναι απλοϊκές, είτε ότι ήδη έχουν γίνει . Στη μεγάλη όμως εικόνα της πολιτικής και όπως αυτή εκφέρεται κεντρικά και γίνεται κατανοητή από την κοινωνία, η κεντρική αυτή πολιτική επιλογή δεν έχει γίνει και αυτό έχει αποτελέσματα τόσο στο επίπεδο του προγράμματος, όσο και της οργάνωσης των κοινωνικών αντιστάσεων και της συγκρότησης του «κόμματος» .

Αυτό που δηλώνεται, όχι αποκλειστικά, αλλά με πολύ ισχυρό τρόπο είναι  ότι διαθέτουμε ένα άλλο μίγμα φιλολαϊκής – φιλεργατικής πολιτικής, το οποίο θα επιτύχει μια διευθέτηση της ταξικής πόλωσης της κρίσης, με κύρια χαρακτηριστικά του: την οριστική πάταξη της διαπλοκής, την αναδόμηση της σχέσης δημόσιου – ιδιωτικού σε φιλολαϊκή κατεύθυνση με το αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο και τις ανάλογες κρατικές πολιτικές, την αντιστροφή του βέλους της δημοσιονομικής προσαρμογής από τον περιορισμό των δαπανών στην αύξηση των εσόδων μέσω της εγκαθίδρυσης ενός φορολογικού συστήματος ανάλογου αυτού των κεντρο-ευρωπαϊκών χωρών και την στροφή σε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική παραγωγικής ανασυγκρότησης για την επανεκκίνηση μιας κοινωνικά δίκαιης ανάπτυξης.

Αυτή θα ήταν ίσως μια παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατική απάντηση η οποία θα είχε προϋποθέσεις επιτυχίας για μια φιλολαϊκή διαχείριση του συστήματος και ιδιαίτερα του ελληνικού καπιταλισμού πριν την κρίση, στη φάση της ανάπτυξης.

Σήμερα αποτελεί ουτοπία. Δεν απαντά δηλαδή στο πρόβλημα γιατί εφόσον αυτή συνιστά πιθανή διέξοδο από την κρίση, με κοινωνικά κριτήρια, δεν εφαρμόζεται από καμιά αστική κυβέρνηση στην εποχή της κρίσης. Και δεύτερον γιατί χώρες που εν πολλοίς είχαν τέτοια στοιχεία πολιτικής βυθίζονται και αυτές στην κρίση, με άλλους βέβαια ρυθμούς.   

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα ταξικά μονομερές μεταβατικό πρόγραμμα, μέσω του οποίου θα διεξαχθεί η «επίθεση» στις δυνάμεις του κεφαλαίου για τη δραστική αλλαγή των υλικών ταξικών συσχετισμών δύναμης. Δηλαδή για τη μεταφορά του κόστους της κρίσης στον αντίπαλο ταξικό πόλο. Το πόσο βαθιά και επιτυχημένα θα διεξάγουμε αυτή τη σύγκρουση θα καθορίσει και το βάθος των μετασχηματισμών, την αντοχή τους, αλλά και τη δυναμική την οποία θα δημιουργήσουν.

Το μεταβατικό πρόγραμμα εδράζεται στη δυναμική διαλεκτική διαδικασία κλιμάκωσης της ταξικής πάλης όπου το προηγούμενο βήμα δημιουργεί τις συνθήκες για την ανάδυση του επόμενου. Η εκδίπλωση της μεταβατικής λογικής όπως αποτυπώνεται σε ένα μεταβατικό πρόγραμμα είναι σε οργανική διαλεκτική σχέση με την ίδια την ταυτόχρονη δημιουργία και ανάδυση των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών που εκδηλώνονται στο επίπεδο του «πραγματικού». Η σύνδεση των άμεσων στόχων πάλης με τον στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού παίρνει τη μορφή μιας δυναμικής συνέχειας, στην οποία τα άμεσα αιτήματα είναι  όχι αυτά που ανταποκρίνονται αφηρημένα στις ανάγκες του ταξικού μπλοκ, αλλά εκείνα για τα οποία είναι διατεθειμένο άμεσα να αγωνιστεί, φέρνοντάς τα άμεσα στην «αρένα» της καθημερινής πάλης. Η κλιμάκωση αυτή δημιουργεί κιόλας της πραγματικές προϋποθέσεις για  (κατά έναν τρόπο παράγει) το επόμενο βήμα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο λαμβάνει απτό περιεχόμενο η «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης» και η τακτική συνδέεται άρρηκτα με τη στρατηγική.

Από την ανάθεση στη συγκρότηση του «μπλοκ» της «ανατροπής»

Σύμφωνα με τη λογική που ήδη εκθέσαμε η πολιτική και η τακτική της ριζοσπαστικής αριστεράς πρέπει να λογοδοτεί κατά απόλυτη προτεραιότητα στην κίνηση του ίδιου του ταξικού υποκειμένου και στη διαμόρφωση της αντίστοιχης ατζέντας που καταλαμβάνει το πολιτικό προσκήνιο.

Λεπτομερείς προγραμματικές επεξεργασίες, ανά τομέα, κλάδο, χωρική ενότητα κ.λ.π., ενός ρευστού μέλλοντος, το οποίο καθορίζεται από τις εκρηκτικές συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα, καθώς θα ανατρέπονται σε κάθε «στροφή» των συστημικών δυνάμεων, που διατηρούν την υλική και πολιτική κυριαρχία.

Η διάσημη φράση «κάθε βήμα του πραγματικού κινήματος αξίζει περισσότερο από μια δωδεκάδα προγράμματα» φαίνεται ότι έχει υποτιμηθεί και τείνει να μετατραπεί στο αντίστροφό της: «ένα κυβερνητικό πρόγραμμα χρειαζόμαστε για να κατακτήσουμε την (κυβερνητική)εξουσία».

Ο εγκλωβισμός της πολιτικής στο κοινοβούλιο, στα ΜΜΕ και στη στείρα προγραμματική αντιπαράθεση αποτελεί το απολύτως προνομιακό πεδίου του αντιπάλου. 

Παρακολουθούμε διαρκώς το αστικό πρόγραμμα να εξελίσσεται και να πετυχαίνει κάθε πραγματικό  του στόχο στη ζωή και να αποτυγχάνει πλήρως στα παράθυρα των καναλιών, στις παντός είδους εκθέσεις και στις προγραμματικές εξαγγελίες.

Έχει νόημα να συνεχίσουμε να σκιαμαχούμε με το σκιάχτρο της αστικής ρητορικής «νομιμοποιώντας» τη και δίνοντάς της υπόσταση;

Ή πρέπει να αναλάβουμε άμεσα και σε επίπεδο πολιτικού – προγραμματικού λόγου το κρίσιμο και δύσκολο καθήκον να συγκροτήσουμε πολιτικά, οργανωτικά αλλά και σε επίπεδο ιδεών το ταξικό μπλοκ της «ανατροπής», το οποίο διασπά και κατακερματίζει η  ίδια η λειτουργία του κράτους και συνολικά του καπιταλιστικού εποικοδομήματος;

Γνωρίζοντας ότι από την άλλη πλευρά οι αστικές δυνάμεις έχουν πολύ μεγαλύτερη ευελιξία επικοινωνιακών τακτικών καθώς στηρίζονται στην ίδια την υλική και ιδεολογική κυριαρχία της αστικής τάξης ως ενιαίας τάξης, πράγμα που εξασφαλίζει- συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο – η ίδια η λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του αστικού κράτους.

Πρώτη προτεραιότητα, συνεπώς, αποτελεί η άμεση αποσαφήνιση με βάση την «Αθηναΐδα» του εργατικού και κοινωνικού προγράμματός μας που θα το απευθύνουμε κατ’ αποκλειστικότητα στην πληττόμενη κοινωνική πλειοψηφία.

Δεύτερη αναγκαία συνθήκη. Κανένας συμβιβασμός με καμιά αστική γραμμή. Η γενική γραμμή της ριζοσπαστικής αριστεράς πρέπει να είναι απολύτως διακριτή και ρηξιακή με κάθε αστική γραμμή.

Αυτό συνεπάγεται ξεκάθαρη ρήξη με τη κυρίαρχη διεθνική τάση του εγχωρίου κεφαλαίου που διεξάγει, με δική του πρωτοβουλία, το πείραμα της πιο σκληρής ταξικής επίθεσης ως εμπροσθοφυλακή και όχι ως ουραγός των πολιτικών της ΖτΕ και πολιτικά εκφράζεται και «δικαιολογείται» με την άνευ όρων παραμονή στον ευρώ, σε απόλυτη βεβαίως σύμπλευση με την κυρίαρχη αστική μερίδα των ευρωπαϊκών ελίτ. Επομένως, απαιτείται σκλήρυνση της στάσης μας απέναντι στην ΟΝΕ. Απόλυτη προτεραιότητα στις κοινωνικές ανάγκες. Καμιά θυσία για το ευρώ.  Απεύθυνση και «συμμαχία» με όλους τους αγωνιζόμενους λαούς της Ευρώπης και ιδιαίτερα με τους λαούς της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας που αγωνίζονται απέναντι στα προγράμματα λιτότητας των Ραχόι, Μόντι και Κοέλιου. Μεταφορά της πίεσης στο εσωτερικό της ΖτΕ, όξυνση των αντιθέσεων και ενεργοποίηση του αδύναμου κρίκου.

Ταυτόχρονα, κανένας συμβιβασμός με πατριωτικές αφηγήσεις και εθνικά διλλήματα. Αταλάντευτο μέτωπο απέναντι στον εθνικισμό σε όλα τα άλλα επίπεδα – και στο οικονομικό. Η αριστερά επιβάλλεται έγκαιρα να καλλιεργεί και να οικοδομεί αποτελεσματική κοινωνική και πολιτική άμυνα στη εφεδρική αστική γραμμή αναδίπλωσης στο εθνικό πεδίο, ως  ομαλής οικειοθελούς αποχώρησης από την ΟΝΕ, προκειμένου να ολοκληρωθεί η ταξική επίθεση με άλλα μέσα.

Όλες οι δυνάμεις και τα μέσα που διαθέτουμε να προσανατολιστούν στους μαζικούς χώρους, στην κοινωνία. Στροφή προς τις μάζες.

Είναι απολύτως ανεπαρκές σε σχέση τα καθήκοντα της περιόδου να εξακολουθούν να δίνονται κινηματικά ραντεβού στο σύνταγμα που πασχίζουν να φθάσουν τη μαζικότητα των «αγανακτισμένων». Οι απεργίες να παραμένουν αμυντικές και συμβολικές παρ’ όλο που καθένας ξέρει ότι έτσι δεν ασκούν πραγματική πίεση. Οι καταλήψεις να έχουν εκλείψει  και να παρουσιάζονται κατά κόρον ως συμβολικοί ακτιβισμοί με ημερομηνία λήξης, ενώ παράλληλα η καταστολή να οργιάζει τρομοκρατώντας και τιμωρώντας όσους/ες τολμούν να αντιστέκονται.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να «επιστρέψει» την κοινωνική στήριξη που του δόθηκε, με πολιτικά μέσα. Όλες οι συνδικαλιστικές δυνάμεις και η πολιτική επιρροή στο συνδικαλιστικό να προσανατολιστούν  σε μια «εξέγερση» της βάσης των σωματείων με πρόγραμμα  συγκεκριμένης δράσης και κατεύθυνση οργάνωσής του. Η επικέντρωση στην αναζωπύρωση της συλλογικής οργάνωσης σε όλες τις μορφές του κοινωνικού χώρου αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την πολιτική αποτελεσματικότητα της Αριστεράς. Ο περιορισμός, δηλαδή, της ατομικής δυνατότητας αντίστασης στην δια της ψήφου προβολής της στην κεντρική πολιτική σκηνή αφοπλίζει, σε μεγάλο βαθμό, κάθε προσπάθεια άσκησης ισχυρής κοινωνικής και πολιτικής πίεσης.

Να αναλάβουμε την ευθύνη να προετοιμάσουμε το «γεγονός» της πολιτικής ανατροπής:

τη Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας

Να σηματοδοτήσουμε το σημείο καμπής. Με χαρακτηριστικά νέκρωσης της δημόσιας διοίκησης και της παραγωγικής διαδικασίας.  Με κυρίαρχο το στοιχείο της πρωτοβουλίας, της αυτοοργάνωσης και της γείωσης της αντίστασης, που μπορεί να εκφραστεί με καταλήψεις –  ζωντανά κοινωνικά κέντρα αγώνα – σε κάθε πόλη, σε κάθε εργασιακό χώρο, στο κέντρο της Αθήνας, με την παροχή κάθε δυνατού μέσου και την εξασφάλιση του αναγκαίου συντονισμού. Με κεντρικά καλέσματα σύγκλισης και άσκησης της μέγιστης κοινωνικής πίεσης, αλλά και με δυνατότητα διαρκούς αποκέντρωσης και διατήρησης της συνέχειας μιας συλλογικής, ζωντανής, απελευθερωτικής διαδικασίας μαζικής εισόδου της κοινωνίας στο προσκήνιο. 

Τότε θα είμαστε έτοιμοι.

Τότε η «Κυβέρνηση της Αριστεράς» δεν θα πρέπει να σχεδιαστεί.

Θα «εισβάλει» στην  πολιτική πραγματικότητα.  

Advertisements