Τι είδους «κόμμα» χρειαζόμαστε;

by _/\_

Η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ του 4,5% σε μαζικό «κόμμα», σε πολιτικό «φορέα» της ριζοσπαστικής αριστεράς, που να αντιστοιχεί στις απαιτήσεις που διαμορφώνει η εκλογική μεγέθυνσή του στα επίπεδα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αποτελεί προφανή ιστορική αναγκαιότητα. Ωστόσο ούτε τα χαρακτηριστικά ενός τέτοιου «κόμματος», ούτε η «τεχνογνωσία» και η μέθοδος, ούτε τα κριτήρια προσέγγισης του ζητήματος είναι αυτονόητα. Η συζήτηση αυτή έχει ανοίξει εν’ όψει της συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ τον Δεκέμβρη, όπου θα παρθούν κάποιες πρώτες αποφάσεις σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Ανεξάρτητα από τις διάφορες απόψεις, προσεγγίσεις, θεωρητικές καταβολές και παραδόσεις η συζήτηση και κυρίως οι επιλογές που γίνονται και θα γίνουν, λαμβάνουν χώρα σε ένα ιστορικό πλαίσιο που τις υπερκαθορίζει. 

Αντικειμενικά, ο μαζικός «φορέας» που συγκροτείται, καλείται να αντιμετωπίσει το πολιτικό και ταξικό διακύβευμα μέσα στην κλιμάκωση της κρίσης, σε χρόνο περιορισμένο και συμπυκνωμένο, υπό την ασφυκτική πίεση των εξελίξεων. Δηλαδή μέσα σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, στην πιο επισφαλή κατάσταση του (αστικο) δημοκρατικού πλαισίου των τελευταίων δεκαετιών, με ανοιχτές τις κατευθύνσεις από την δεξιά και ακροδεξιά αυταρχοποίηση έως την «κυβέρνηση της αριστεράς»,  σε απολύτως ρευστή και απρόβλεπτη κατάσταση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Τρεις παρατηρήσεις σχετικά με τη συζήτηση για τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία του «νέου» μαζικού ΣΥΡΙΖΑ:

Ο χρόνος

Η πρώτη παρατήρηση αφορά στη σημασία του «σύντομου και συμπυκνωμένου χρόνου». Ο μαζικός «φορέας» της ριζοσπαστικής αριστεράς καλείται να συγκροτηθεί υπό την καθοριστική πίεση της ιστορικής «επικαιρότητας». Σήμερα η μάχη για την υπεράσπιση κριτηρίων και παραδόσεων δίνεται με όρους «συγκεκριμένου», στο πεδίο της πολιτικής και του συσχετισμού δύναμης και σε πλαίσιο καθορισμένο από την συγκυρία, παρά από τη δυνατότητα όσμωσης και αντιπαράθεσης «ολοκληρωμένων μοντέλων».

Το επίπεδο συμπύκνωσης των αντιφάσεων που αντιστοιχεί στον «ΣΥΡΙΖΑ – αξιωματική αντιπολίτευση» σε συνθήκες βαθύτατης καπιταλιστικής κρίσης και με ανοιχτό το άμεσο ενδεχόμενο (μεταξύ άλλων) της «κυβέρνησης της Αριστεράς», βάζει νέους και διαφορετικούς όρους στη συζήτηση για το «κόμμα», τον μαζικό «φορέα», από αυτούς που την  καθόριζαν όταν στον ΣΥΡΙΖΑ αντιστοιχούσε ένα μικρό εκλογικό ποσοστό.

Η διαδικασία «όσμωσης – αντιπαράθεσης» δεν αφορά σήμερα πρωτίστως τη συζήτηση ανάμεσα στα διάφορα ρεύματα της αριστεράς, αλλά ανάμεσα στον «ΣΥΡΙΖΑ – μαζικό φορέα της ριζοσπαστικής αριστεράς» και στις συστημικές πιέσεις στα πλαίσια της επιχείρησης διείσδυσης της αγοράς και των αστικών προτύπων, με όρους υλικούς και ιδεολογικούς, μαζικά μέσα στο «κόμμα», στον «φορέα». Οι ανάγκες που παράγει η κυβερνητική ευθύνη, οι «δεξιότητες» διοίκησης και διαχείρισης κοινωνικών τομέων (οι «ειδικοί»), τα συστήματα, «οι άνθρωποι της αγοράς» και της «διοίκησης» έρχονται σε επικοινωνία με το «κόμμα», τον «φορέα» της αξιωματικής αντιπολίτευσης και της αυριανής κυβέρνησης. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Σε ποιο οργανωτικό πλαίσιο συμβαίνει αυτό; Ανάλογα με την απάντηση θα δοθεί και το περιεχόμενο στην έννοια της δημοκρατίας καθώς και της αριστεράς.

Η συντόμευση και συμπύκνωση του ιστορικού χρόνου, ακριβώς λόγω των συστημικών αδιεξόδων της κρίσης, καθιστά αυτή τη διαδικασία, της απότομης αλλαγής του ειδικού βάρους και της σημασίας του ΣΥΡΙΖΑ στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, βίαιη και συγκρουσιακή.

Η πολιτική κατεύθυνση διαμορφώνει τους όρους του μαζικού ακροατηρίου και η κομματική συγκρότηση καθορίζει τον βαθμό και την δυνατότητα διεκδίκησης και υλοποίησης της πολιτικής κατεύθυνσης από την ταξική και αριστερή σκοπιά.

Οι οργανωτικές επιλογές που θα γίνουν σ’ αυτό το χρονικό διάστημα αποτελούν πεδίο και πτυχή της πολιτικής αντιπαράθεσης για την πολιτική γραμμή της ρήξης ή της αναδίπλωσης σε πρώτο χρόνο. Ως εκ τούτου οι επιλογές που αποσκοπούν στη στήριξη της ριζοσπαστικής αριστερής γραμμής αφορούν στην ενίσχυση, όχι γενικώς των θεσμικών ρυθμίσεων του «νέου» μαζικού φορέα και της φυσιογνωμίας του, αλλά συγκεκριμένα στην ενίσχυση του συσχετισμού των αριστερών απόψεων εντός του ΣΥΡΙΖΑ και της οικοδόμησής του «απ’ τα κάτω». Καθώς επίσης και της υπερίσχυσης της πολιτικής έναντι του κινδύνου αναδίπλωσης δια της πλαγίας και της διείσδυσης διαχειριστικών κατευθύνσεων μέσω της οδού της εξειδίκευσης και της τεχνικής επεξεργασίας, υπό της πίεση της άμεσης διακυβέρνησης.     Π.χ. ρυθμίσεις και αποφάσεις για την υπερίσχυση των κομματικών διαδικασιών και αποφάσεων έναντι της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, για την υπερίσχυση των συλλογικών διαδικασιών έναντι των ατομικών εκφωνήσεων των προβεβλημένων στα ΜΜΕ στελεχών, για την αυτονομία της πολιτικής απόφασης αλλά και την αυτενέργεια και την οργάνωση της δράσης στο επίπεδο της οργάνωσης βάσης κ.λ.π.

Η «κυβέρνηση της αριστεράς»

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά στη σημασία του περιεχομένου της «κυβέρνησης της αριστεράς». Η «κυβέρνηση της αριστεράς» δεν είναι «άλλη μια κυβέρνηση» που θα διαχειριστεί με τον δικό της τρόπο το συνολικό αστικό οικοδόμημα. Γι αυτό εξάλλου δεν προκύπτει συχνά ένα τέτοιο ενδεχόμενο παρά σε συνθήκες πολύ βαθιάς συστημικής κρίσης όπως στις μέρες μας. Έχει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις μιας ρήξης με το σύστημα πολύ πιο συνολικής από την αλλαγή του υπουργικού συμβουλίου και της χρηστής διαχείρισης της κυβερνητικής εξουσίας. Οι πιέσεις που θα δεχτεί και δέχεται ήδη από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης αφορούν στο εάν αυτές θα την οδηγήσουν σε  συμβιβασμούς, υπό το κράτος βεβαίως των εκβιασμών του συστήματος, πριν την καθοριστική μάχη, πριν δηλαδή δημιουργηθούν οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες για την  «κυβέρνηση της Αριστεράς», με τμήματα του αντιπάλου (της ντόπιας αστικής τάξης και των ευρωπαϊκών και διεθνών κέντρων) ή θα βαδίσει προς τη ρήξη και την ανατροπή με ξεκάθαρο κριτήριο τη συγκέντρωση της δύναμής της (ταξική και κοινωνική μονομέρεια) εισερχόμενη στο πεδίο της άσκησης «μεταβατικής πολιτικής»  όταν ο συσχετισμός της δύναμης θα φανερωθεί στο ίδιο το πεδίο της αντιπαράθεσης.

Η δυνατότητα μιας τέτοιας κυβέρνησης να προωθήσει με αποφασιστικότητα τα άμεσα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας και της λαϊκής πλειοψηφίας και να συγκρουστεί με τους δανειστές (ΕΕ, ΔΝΤ) και ταυτόχρονα με το ντόπιο αστικό μπλοκ εξαρτάται καθοριστικά από το επίπεδο οργάνωσης των εργατικών και κοινωνικών αντιστάσεων και από την σκοπιά του πολιτικού υποκειμένου της αριστεράς, από την άμεση και ενεργή συμμετοχή της «βάσης» του ΣΥΡΙΖΑ στη διαμόρφωση αλλά και στην υλοποίηση της πολιτικής του γραμμής.  

Με άλλα λόγια η πολιτική γραμμή και το περιεχόμενο της «κυβέρνησης της αριστεράς» δεν κρίνεται μόνο στο επίπεδο της ηγεσίας και της αυριανής κυβέρνησης, αλλά και στο επίπεδο της κομματικής βάσης και στα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες που θα έχει το ζητούμενο «κόμμα», ο νέος μαζικός «φορέας».

Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από την γενική διαπίστωση για τη διαλεκτική σχέση κομματικής συγκρότησης και ηγεσίας ή και κόμματος και κυβέρνησης, αυτή η δυνατότητα επαληθεύεται εντελώς συγκεκριμένα καθώς σε πολλές περιπτώσεις η κίνηση και η πρωτοβουλία της «βάσης» καθόρισε την αριστερή και κινηματική κατεύθυνση της γραμμής και της φυσιογνωμίας του. Από τον Δεκέμβρη τους 2008, στις μαζικές λαϊκές και εργατικές κινητοποιήσεις ενάντια στα μνημόνια, έως τις πολύ πρόσφατες κινητοποιήσεις με τα πανό του ΣΥΡΙΖΑ στις παρελάσεις για την 28η Οκτώβρη.

Από τη σκοπιά της κομματικής συγκρότησης λοιπόν, το ζήτημα της κυβέρνησης της αριστεράς υποδεικνύει συγκεκριμένες κατευθύνσεις και ενέργειες για την στήριξη και τον καθορισμό της αριστερής και ριζοσπαστικής γραμμής: οργάνωση της συλλογικής πολιτικής συζήτησης και δράσης, αποφασιστική πρακτική παρέμβαση στο ζήτημα των μελών του κόμματος, δηλαδή ποιοι να είναι μέλη και ποιοι να μην είναι, στρατολόγηση στο πολιτικό σχέδιο και στο όραμα της ρήξης και της ανατροπής με σοσιαλιστικό ορίζοντα, αποκλεισμός των «πονηρών» που προσέρχονται με κριτήριο την κυβερνητική προοπτική, όχι μόνο στις τοπικές οργανώσεις, αλλά και σε άλλα επίπεδα της κομματικής συγκρότησης όπως στα τμήματα και στις διάφορες επιτροπές, ακύρωση του παραγοντισμού βουλευτών και υποψήφιων βουλευτών με όρους διαχείρισης, τοπική δράση, δικτύωση κινημάτων και χώρων, καθορισμός της συνδικαλιστικής γραμμής και πρακτικής «απ’ τα κάτω», οικοδόμηση μαζικών οργανώσεων βάσης σε εργατικούς χώρους, προώθηση τοπικά και κλαδικά πολιτικών συμμαχιών της αριστεράς και των κινημάτων, άμεση αντιμετώπιση του νεοναζισμού, αλλά και της κρατικής και αστυνομικής αυθαιρεσίας κ.λ.π.

Η δημοκρατία  

Η τρίτη παρατήρηση αφορά στην δημοκρατία. Στη συζήτηση για το πολιτικό υποκείμενο της αριστεράς η έννοια της δημοκρατίας βρίσκεται στο κέντρο. Ωστόσο περισσότερο από ποτέ είναι επείγουσα η ανάγκη νοηματοδότησης και συγκεκριμενοποίησης του τι αντιστοιχεί στην έννοια της δημοκρατίας, στα πλαίσια των άμεσων αναγκών του «ΣΥΡΙΖΑ – μαζικό υποκείμενο της ριζοσπαστικής αριστεράς» και πιθανή «κυβέρνηση της αριστεράς». 

Για το «κόμμα», τον «φορέα» της ριζοσπαστικής αριστεράς το μέτρο και ο βαθμός της δημοκρατίας αφορά στην εμπιστοσύνη στην κίνηση και στην αυτενέργεια των μαζών, του εργατικού κινήματος και των κινημάτων και στην εμπιστοσύνη στον στρατηγικό στόχο του Σοσιαλισμού. Η πάλη ενάντια στην «γραφειοκρατία» είναι πάλη ενάντια στις αντιλήψεις της «ανάθεσης» στους «ειδικούς». Κάτι τέτοιο στη γενίκευσή του σήμερα σημαίνει πάλη ενάντια στις αυταπάτες για τις πραγματικές δυνατότητες ρήξης και ανατροπής αποκλειστικά εντός των «θεσμικών» – κοινοβουλευτικών πλαισίων μιας (αστικής) δημοκρατίας που ήδη «διαστέλλεται» καθημερινά  προς όφελος της κυρίαρχης τάξης, των δανειστών και των πολιτικών τους εκπροσώπων, διολισθαίνοντας προς ένα αυταρχικό, αστυνομικό κράτος. Δείγματα για τη λειτουργία των κατασταλτικών μηχανισμών και μεθόδων, αλλά και της δήθεν «ανεξαρτησίας» των εξουσιών βλέπουμε καθημερινά. Για τους «φρουρούς» της αστικής νομιμότητας η ταξική μονομέρεια είναι αυτονόητο καθήκον το οποίο υπηρετούν χωρίς αναστολές και χωρίς προσχήματα.

Αυτή η πραγματικότητα, ως συζήτηση για την αντιμετώπιση των φαινομένων, αλλά και ως αντανάκλαση των πιέσεων στην δημόσια συζήτηση που καθοδηγεί το σύστημα μέσω των ΜΜΕ, αντανακλάται και μέσα στο κόμμα. Η ταξική, πολιτική και ιδεολογική πάλη δεν σταματά έξω από το πολιτικό υποκείμενο της αριστεράς, πολύ περισσότερο όταν αυτό βρίσκεται προ των πυλών της κυβερνητικής εξουσίας.

Το μαζικό «κόμμα, ο «φορέας» της ριζοσπαστικής αριστεράς ασφαλώς δεν μπορεί να βρεθεί στην εσωτερική του λειτουργία πίσω από την αστική νοηματοδότηση της δημοκρατίας η οποία συμπυκνώνεται στο δικαίωμα της «καθολικής ψήφου» και μεταφράζεται στα πλαίσια της εσωκομματικής διαδικασίας ως «ένα μέλος – μία ψήφος». Αυτό το δικαίωμα είναι αδιαπραγμάτευτο και διασφαλίζεται. Ωστόσο σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ανάγκες που ξεπερνούν κατά πολύ την αυτονόητη ρύθμιση.  Σε έναν «πολυτασικό φορέα» όπου επιπλέον των παραδοσιακών ιδεολογικοπολιτικών τάσεων και ρευμάτων της ιστορικής αριστεράς προστίθενται οι «τάσεις» του «ρεαλισμού» της αγοράς και εν γένει του αστικού προτύπου «ανάθεσης – εκπροσώπησης – διαχείρισης» ως λογική και αναπόφευκτη συνέπεια της μεγέθυνσης του εκλογικού ακροατηρίου, αναφύεται ένα νέο επίδικο: πρέπει να ενισχυθεί ή να περιοριστεί η δυνατότητα της εσωτερικής αντιπαράθεσης και κριτικής για την πολιτική γραμμή και την φυσιογνωμία (ιδέες) του ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα δημόσια;

Οι πιο επαναστατικές παραδόσεις και ιστορικές στιγμές όλων των ρευμάτων της αριστεράς έχουν απαντήσει χωρίς περιστροφές: όχι απλά επιτρέπεται αλλά επιβάλλεται! Έτσι αποκτά νόημα η δημοκρατία και η πολυτασικότητα, όταν η συζήτηση για την στρατηγική και τις πολιτικές επιλογές προς όφελος του κόσμου της εργασίας και της κοινωνικής πλειοψηφίας γίνεται ανοιχτά και δημόσια, ακριβώς για να διαμορφώνει τους όρους της συμμετοχής του ίδιου του λαού στην πολιτική συζήτηση και δράση και να ανατρέπει συστηματικά το κυρίαρχο αστικό μοντέλο της «ανάθεσης», συγκροτώντας το «κόμμα», τον «φορέα» και εκπαιδεύοντας τα μέλη του σε όλα τα επίπεδα ως πολιτικό εργαλείο με ιδεολογικό και ταξικό πρόσημο.

Ένα επόμενο ζήτημα που σχετίζεται με την δημοκρατική λειτουργία και έχει απασχολήσει από το παρελθόν τον ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτό της συμμετοχής των συνιστωσών του στα όργανα «εξ οφίτσιο», με ποσόστωση.  Στο παρελθόν αυτή η συζήτηση είχε ανοίξει κυρίως ως έκφραση και απαίτηση των μη ενταγμένων σε συνιστώσες «συριζαίων» που διεκδικούσαν, και σωστά, την καθιέρωση της ιδιότητας του μέλους με δικαιώματα και υποχρεώσεις και την λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ στη βάση «ένα μέλος – μία ψήφος». Σήμερα η συζήτηση αυτή επανέρχεται, πλην όμως όχι πια «απ’ τα κάτω» αλλά, καθώς φαίνεται, με πολιτική σκοπιμότητα και εκ του πονηρού! Ασφαλώς ο στόχος είναι και πρέπει να είναι το ενιαίο «κόμμα», «φορέας» ή «πολιτικό υποκείμενο» με αντίστοιχα ενιαίο τρόπο λειτουργίας και κανόνες για όλους/ες. Ωστόσο εδώ χρειάζονται κάποιες διευκρινήσεις αλλά και το αναγκαίο πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο της συζήτησης από αριστερή και ταξική σκοπιά. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα σχήμα με πλήθος «συνιστωσών» και «τάσεων» που όψιμα, ως ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ αυξήθηκαν περισσότερο. Ανάμεσα σ’ αυτές υπάρχουν οργανώσεις και συλλογικότητες ιδεολογικής ενότητας, όπως οι περισσότερες ιδρυτικές συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και πολιτικής ενότητας όπως είναι ο Συνασπισμός. Σ’ έναν ευρύτερο σχηματισμό πολιτικής ενότητας όπως είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, η πρώτη συνιστώσα που πρέπει να δώσει απάντηση στο ζήτημα της «αυτοδιάλυσης» των συνιστωσών είναι ο ίδιος ο Συνασπισμός, ώστε ν’ ανοίξει ο δρόμος για τη συγκρότηση ευρύτερων «οριζόντιων» ιδελογικοπολιτικών τάσεων και συσχετισμών. Ωστόσο ακόμη και τότε το ερώτημα της αυτονομίας «χώρων» ιδεολογικής ενότητας παραμένει ανοιχτό προς συζήτηση. Στην παρούσα φάση ωρίμανσης της διαδικασίας και λαμβάνοντας υπόψη τον παράγοντα «χρόνο» η ρύθμιση για τη δυνατότητα «διπλής ένταξης» στον μαζικό «φορέα» και σε συνιστώσα αντιστοιχεί στην πραγματικότητα.

Έτσι λοιπόν είναι τουλάχιστον αντιφατικό και πολιτικά υποκριτικό η Ενωτική Κίνηση(Κουρουπλής, Μητρόπουλος κ.α.) η οποία πολύ πρόσφατα οργάνωσε δημόσια εκδήλωση χρησιμοποιώντας αυθαίρετα τον τίτλο ΕΚΜ –  λες και ο ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ είναι άθροισμα του ΣΥΡΙΖΑ και της συγκεκριμένης ομάδας – να δηλώνει πως δεν συγκροτεί συνιστώσα και να ομνύει υπέρ «δημοκρατίας» και αυτοδιάλυσης των συνιστωσών.

Τέλος δεν είναι δυνατόν όλη αυτή η φιλολογία, εντελώς απογυμνωμένη από τα πολιτικά περιεχόμενά της, να αναπαράγεται άμεσα ή έμμεσα απ’ όσα στελέχη έχουν τη δυνατότητα της δημόσιας και μαζικής εκφώνησης στα οποία δεν περιλαμβάνονται κατά κανόνα εκπρόσωποι των «εγκαλούμενων» συνιστωσών.

Η απάντηση σ’ αυτό το «κουβάρι» προκύπτει αβίαστα μόλις δώσουμε πολιτικό περιεχόμενο στη συζήτηση. Η πλειοψηφία των ιδρυτικών συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ αποτελείται από οργανώσεις – φορείς ιστορικών ρευμάτων της αριστεράς, αφενός μικρές σε μέγεθος για λόγους κυρίως ιστορικούς, αφετέρου τοποθετημένες σχεδόν μόνιμα στην αριστερή, ριζοσπαστική πλευρά  του σχηματισμού. Η συζήτηση για τη λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ, στο επίπεδο των συνιστωσών και των τάσεών του αφορά, στην ουσία, την πολιτική και ιδεολογική του φυσιογνωμία και δεν απαντιέται με τα αστικά πρότυπα περί δημοκρατίας, αλλά αντίθετα αποτελεί διαδικασία πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης και σύνθεσης στο πεδίο της ταξικής και πολιτική πάλης στην ίδια την κοινωνία. Απ’ αυτή τη σκοπιά οι πιο σημαντικές προϋποθέσεις πραγματικής δημοκρατικής συγκρότησης αφορούν στην εξασφάλιση της ισότιμης προβολής όλων των απόψεων σε βάση πολιτική και ιδεολογική  και όχι σε βάση «προσωπική – παραγοντίστικη» και της δυνατότητας συγκρότησης συσχετισμών από την «βάση» μέχρι την ηγεσία με όρους συλλογικής και δημόσιας συζήτησης και αντιπαράθεσης. 

Συμπέρασμα

Με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις σήμερα πρέπει να παλέψουμε για τη συγκρότηση κομματικής λειτουργίας η οποία να δημιουργεί όρους μαζικής συμμετοχής και στράτευσης και να οργανώνει τη συλλογική πολιτική και ιδεολογική συζήτηση αναζωπυρώνοντας το απελευθερωτικό, αντικαπιταλιστικό όραμα του Σοσιαλισμού. Να αντιπαραβάλει τα πρότυπα της συλλογικότητας και της ουσιαστικής δημοκρατίας με όρους ταξικού κριτηρίου και συλλογικής συζήτησης, απόφασης και δράσης «απ’ τα κάτω» απέναντι στα αστικά πρότυπα των αρχηγών, των «ειδικών», των παραγόντων, των πελατειακών σχέσεων, της δημοφιλίας και της ανάθεσης. Να προετοιμάζει τη μόνη πραγματική δύναμη που μπορεί να στηρίξει ρήξεις και ανατροπές, τη σύγκρουση με το αστικό μπλοκ και τον φασισμό, αυτή του κόσμου της εργασίας και της λαϊκής πλειοψηφίας, στηρίζοντας σήμερα την «αξιωματική αντιπολίτευση» και αύριο την «κυβέρνηση της αριστεράς» στις δύσκολες μάχες που πρέπει να δώσει,  προφυλάσσοντάς την ταυτόχρονα απ’ τη διολίσθηση στην προσαρμογή και την ενσωμάτωση.

Advertisements