Η κυβερνητική πρόταση της αριστεράς

by _/\_

Στη δίνη της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και στο φόντο της βασικής διαδικασίας που αφορά τον σκληρό ταξικό πόλεμο που διεξάγεται παγκόσμια, οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και ανακατατάξεις εντείνονται διαρκώς από το νομισματικό πεδίο, στον ανταγωνισμό του  παγκόσμιου χρήματος, έως το γεωστρατηγικό πεδίο  στην μέση και άπω ανατολή και αλλού. Η Κίνα, η Ιαπωνία και άλλες  χώρες της περιοχής αποφάσισαν να καταργήσουν το δολάριο σαν νόμισμα για τις μεταξύ τους συναλλαγές και να το αντικαταστήσουν με το γουάν. Η ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν κλιμακώνεται. Ταυτόχρονα γύρω από την υπόθεση της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη ακούγονται από επίσημα χείλη τραπεζιτών και πολιτικών στελεχών αλλά και από έγκυρα αστικά έντυπα οι πιο αντιφατικές εκτιμήσεις. Απ’ την μια πλευρά του Ατλαντικού οι αμερικάνικες εκτιμήσεις συγκλίνουν πως πλησιάζει το τέλος του ευρώ και της ευρωζώνης. Απ’ την ευρωπαϊκή πλευρά οι εκτιμήσεις συγκλίνουν πως παρά τις δυσκολίες το ευρώ θα επιζήσει, ακόμη και πως θα υπερισχύσει εν τέλει του ίδιου του δολαρίου. Σχετικά με την Ελλάδα επίσης ακούγονται όλες οι αντιφατικές εκτιμήσεις και απόψεις. Από την βεβαιότητα ότι  δεν πρόκειται να υπάρξει καμιά έξοδος κράτους – μέλους από την ευρωζώνη γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για το ευρώ μέχρι την εντελώς αντίθετη θέση που προτρέπει στην έξοδο της χώρας και την επιστροφή της στην δραχμή. Ακόμη και σενάριο πτώχευσης εντός της ευρωζώνης. Μέσα στην ίδια την Ελλάδα αν και η αστική γραμμή για την παραμονή πάση θυσία  στην ευρωζώνη παραμένει κυρίαρχη, ήδη έχουν δυναμώσει οι φωνές που είτε ζητούν την επιστροφή στην δραχμή είτε θεωρώντας την βέβαιη, προετοιμάζουν το έδαφος.

Τα πολιτικά  ζητήματα  μπαίνουν με όρους κατεπείγοντος και απ’ αυτή την σκοπιά μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι:

α) το ζήτημα δεν αφορά την Ελλάδα αυτή καθαυτή αλλά τον ρόλο που παίζει στην διεθνή αλυσίδα και

β) ότι αν και η βάση της κρίσης είναι οικονομική οι απαντήσεις δεν μπορεί παρά να είναι αμιγώς πολιτικές.

Η ανάγκη για μια επίκαιρη μαρξιστική ανάλυση της κρίσης και της λειτουργίας του καπιταλισμού και της συνακόλουθης ανάλυσης του σύγχρονου ιμπεριαλισμού είναι δίχως άλλο απαραίτητη για την αριστερά καθώς τα παλιά σχήματα δεν είναι σήμερα επαρκή για να δώσουν απαντήσεις και η σχετική συζήτηση είναι ανοιχτή σε διεθνές επίπεδο.

Ανεπίκαιρα διλλήματα

Η ελληνική αριστερά αιφνιδιάστηκε από την γοργή εξέλιξη της κρίσης και παρ’ ότι οι αντικειμενικές συνθήκες ευνοούν την παρέμβασή της εξακολουθεί να αντιδρά με αμηχανία. Η πολιτική συζήτηση που διεξάγεται όλη αυτή την διετία εντός της γίνεται με όρους των ιδεολογικών ρηγμάτων του παρελθόντος (4 δεκαετιών) και στην βάση διλλημάτων που σήμερα φαντάζουν ανεπίκαιρα:

  • Η συζήτηση γύρω από το «κλασικό» δίπολο «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» πρέπει σήμερα να λάβει υπόψη πως βιώνουμε μια περίοδο κατά την οποία δεν υπάρχουν περιθώρια για φιλεργατικές, φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις ανεκτές από το σύστημα (μίνιμουμ πρόγραμμα) μα ταυτόχρονα ούτε και η δυνατότητα αιτιολόγησης μιας «ρεαλιστικής» διαχειριστικής πολιτικής στο όνομα του σοσιαλιστικού στόχου (μάξιμουμ πρόγραμμα). Πρόκειται για την εποχή των «ρεφορμιστών χωρίς μεταρρυθμίσεις»! Και για την ακρίβεια εάν τις προηγούμενες δύο δεκαετίες στο απόγειο του νεοφιλελευθερισμού είχε παρατηρηθεί το φαινόμενο των ρεφορμιστών (σοσιαλδημοκρατία, κεντροαριστερά) χωρίς μεταρρυθμίσεις καθώς στην πράξη όλο και ισχυρότερα υιοθετούσαν το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα, σήμερα στην περίοδο της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και ελλείψει  δυνατότητας μεταρρυθμιστικής ατζέντας, οι ρεφορμιστές τείνουν να συμπιέζονται τόσο, μέχρι βαθμού εξαφάνισης. Αυτή η διαδικασία δημιουργεί το αντίστοιχο πολιτικό κενό. Σ’ αυτό το πλαίσιο αλλάζει εντελώς το νόημα των μεταρρυθμίσεων και της υπεράσπισής τους καθώς σήμερα μια φιλεργατική, φιλολαϊκή μεταρρυθμιστική ατζέντα καθίσταται πρόγραμμα σύγκρουσης με το σύστημα.
  • Η συζήτηση για τα αντικαπιταλιστικά, επαναστατικά, κομμουνιστικά επιχειρήματα και κυρίως συνθήματα μαζικής προπαγάνδας πρέπει σήμερα να λάβει υπόψη πως βιώνουμε μια εποχή που έχει σφραγιστεί από την μεγαλύτερη ιδεολογική αντεπανάσταση στην σύγχρονη ιστορία. Τα ζητήματα που αφορούν στην πολιτική συνείδηση της εργατικής τάξης, στις πολιτικές πρωτοπορίες και εν τέλει στο ίδιο το υποκείμενο της αριστεράς και τα συνακόλουθα καθήκοντά του αποκτούν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο στην εποχή που δεν απουσιάζει απλά και μόνο η «επαναστατική ηγεσία».Παρόλαυτά και παρά την ιστορική υποχώρηση αν όχι την ήττα, στα μάτια του μαζικού κοινωνικού ακροατηρίου παγκοσμίως, των «μεγάλων αφηγήσεων» και των κομμουνιστικών οραμάτων οι λαοί δεν παύουν να ορμούν στο προσκήνιο όπως αποδεικνύουν οι συγκλονιστικές αραβικές επαναστάσεις, κυρίως η αιγυπτιακή καθώς και το διεθνές πλέον κίνημα των καταληψιών των πλατειών, το οποίο συγκροτείται και αναπτύσσεται κυρίως στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, ιδιαίτερα εντός των ΗΠΑ και στοχοποιεί την λειτουργία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και την ακραία οικονομική ανισότητα.
  • Στη συζήτηση σχετικά με τα εθνικοαπελευθερωτικά αιτήματα και την αιχμή της εθνικής ανεξαρτησίας και στη συζήτηση (που θάπρεπε να γίνεται αλλά δεν γίνεται επαρκώς και χωρίς προκαταλήψεις) για την φύση της κρίσης και της σύγχρονης εξέλιξης και λειτουργίας του καπιταλισμού – ιμπεριαλισμού καθώς και για την θέση της Ελλάδας μέσα στον διεθνή καταμερισμό, οι προσεγγίσεις τύπου «ψωροκώσταινας» μοιάζουν τουλάχιστον ανεπαρκείς αν όχι πλήρως απαρχαιωμένες την ώρα που αφενός η χώρα φέρεται να παράγει καταμεσής της κρίσης γύρω στα 220 δις ΑΕΠ και να βρίσκεται στην 31 θέση παγκοσμίως και αφετέρου δεν εμφανίζεται καμιά μαζική λαϊκή τάση σε κατεύθυνση κινήματος αυτοδιάθεσης. Οι συγκρίσεις με το ΕΑΜ είναι τουλάχιστον απλουστευτικές.
  • Η συζήτηση για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση και το νόμισμα, η αιχμή που συμπυκνώνει την αντιπαράθεση μέσα στην αριστερά μοιάζει κυριολεκτικά εκτός κοινωνικού ενδιαφέροντος αν όχι εκτός τόπου και χρόνου καθώς το ζήτημα δεν είναι με ποιο νόμισμα θα πεινάει ο λαός αλλά πως θα ανατραπεί άμεσα η πορεία προς την φτώχεια.

Η πολιτική που εκπορεύεται από τα διευθυντήρια της ΕΕ, η διαχείριση της κρίσης, εν τέλει η ίδια η φύση της ΕΕ δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για «αριστερούς ευρωπαϊσμούς». Εντελώς φυσιολογικά αυτές οι απόψεις έχουν τουλάχιστον χαμηλώσει την ένταση της φωνής τους αν όχι έχουν σιγήσει εντελώς. Η υπεράσπιση της ΕΕ σήμερα σημαίνει την ταύτιση με τις σκληρές, ταξικές επιλογές των διευθυντηρίων.

Απ’ την άλλη το μέγεθος και το βάθος της κρίσης θέτουν σε αμφιβολία την ίδια την ύπαρξη και προοπτική της ΕΕ και του Ευρώ και ανοίγουν την συζήτηση για τα εθνικά νομίσματα απ’ τους ίδιους του καπιταλιστές και τους πολιτικούς τους εκπροσώπους, πρώτα απ’ όλα απ’ την ακροδεξιά. Η υπεράσπιση της «εθνικής πορείας» δεν διασφαλίζεται ως αριστερή και πολύ περισσότερο αντικαπιταλιστική κατεύθυνση ούτε στο επίπεδο της προπαγάνδας. Πολύ περισσότερο στο επίπεδο της πολιτικής.

Ο τρόπος με το οποίο γίνεται στις μέρες μας αυτή η συζήτηση δεν αφορά κάποιο θεωρητικό δίλλημα μεταξύ «διεθνισμού» και «αριστερού πατριωτισμού» καθώς εκ των πραγμάτων έχει οδηγηθεί στην «ουρά» των αντιθετικών καπιταλιστικών – ιμπεριαλιστικών τάσεων, του διεθνικού αστικού κοσμοπολιτισμού και του πατριδοκάπηλου και φιλοπόλεμου εθνικισμού.

Εν κατακλείδι οι συζητήσεις εντός της ελληνικής αριστεράς για απάντηση στην κρίση για το ευρώ ή την δραχμή, για την παραγωγική ανασυγκρότηση ή το εμπορικό ισοζύγιο, για τα ευρωομόλογα και την λειτουργία της ΕΚΤ, για την αναζήτηση εναλλακτικών πηγών δανεισμού ή ακόμη και την αναζήτηση …πετρελαίου χάνουν απ’ τα μάτια τους το πρωτεύον που δεν είναι άλλο από τον συσχετισμό της δύναμης στο το πεδίο της ταξικής και πολιτικής πάλης. Αντίθετα οι αστοί δεν το χάνουν ποτέ από τα μάτια τους – αυξάνουν χρέη και ελλείμματα παρά τα μνημόνια. Η χώρα κοινώς πάει κατά διόλου η αριστερά νομίζει ότι θα την σώσει διορθώνοντας τα λάθη των αστών, που δεν ξέρουν, οι αστοί όμως ξέρουν πολύ καλά και μάχονται να έχουν πρωτίστως τις λιγότερες απώλειες οι ίδιοι και να βελτιώσουν την ταξική τους θέση και μετά θα δουν πως θα σταθεροποιήσουν την ισορροπία του συνολικού κοινωνικού συμφέροντος υπό καπιταλιστική ηγεμονία. Προωθούν πρόσθετες φοροαπαλλαγές για το κεφάλαιο, εφαρμόζουν ακραία εσωτερική υποτίμηση, απολύοντας, ξηλώνοντας όλα τα εργατικά δικαιώματα, γιγαντώνοντας την ανεργία με υποεκμετάλλευση των  μέσων παραγωγής που διαθέτουν, κόβουν μισθούς – συντάξεις και κοινωνικές παροχές – χρησιμοποιούν το κράτος για να τους δανείζει – επιχορηγεί – απαλλάσσει από  οφειλές, καθώς επίσης μέχρι και για να νομοθετεί για την περικοπή των μισθών του ιδιωτικού τομέα, αλλά και να τους προσφέρει κάθε πεδίο κερδοφορίας μέσω ιδιωτικοποιήσεων κλπ.

Παρά την αμηχανία της η Αριστερά αυξάνει το κοινωνικό της ακροατήριο

Η κρίση χρέους, ο τρόπος που εκδηλώθηκε στην Ελλάδα, οι επιλογές της ντόπιας άρχουσας τάξης και οι πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης του ΓΑΠ και οι συνέπειές τους βύθισαν το ήδη ανυπόληπτο πολιτικό σύστημα εξουσίας σε πρωτοφανή κρίση. Το ΠΑΣΟΚ αποδομείται, η ΝΔ και το ΛΑΟΣ βρίσκονται σε αδιέξοδα.

Ωστόσο η αριστερά, παρότι βρίσκεται γενικά στο στόχαστρο της κριτικής από τα μέλη και τους οπαδούς της για την πολυδιάσπαση και την αναποτελεσματικότητα, αυξάνει ταυτόχρονα το κοινωνικό της ακροατήριο και τα δημοσκοπικά της ποσοστά. Αυτή η αντίφαση μάλιστα αντανακλά το γεγονός ότι το αίτημα για ενότητα της αριστεράς έχει αντικειμενικά ωριμάσει, όπως τεκμαίρεται τόσο από τον φόβο των αντιπάλων ενώπιον μιας τέτοιας πιθανότητας, όσο και από την απαίτηση για μια τέτοια ενότητα που εκφράζεται έντονα από την πλατιά κοινωνική βάση των κινημάτων και της αριστεράς. Το αίτημα αυτό έχει δυο διαστάσεις: την αποτελεσματική κοινωνική δράση και την εκλογική συνεργασία.   Την αποτελεσματική δράση στο κοινωνικό πεδίο της ταξικής πάλης, την οργάνωση δηλαδή και στήριξη των αγώνων, των αντιστάσεων, των απεργιών κλπ. και την εκλογική συνεργασία, την αλλαγή δηλαδή των πολιτικών συσχετισμών ως αντανάκλαση της έστω στρεβλής αναγνώρισης εντός της κρίσης του ταξικού συμφέροντος μεγάλης κοινωνικής μερίδας.

Όλη αυτή την διετία της κρίσης και των σκληρών και καταιγιστικών μνημονιακών μέτρων η κοινωνία αντιστάθηκε με πολλούς τρόπους. Το κίνημα ερχόταν ξανά και ξανά, μέσω των εργατικών κινητοποιήσεων παρά τα εμπόδια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, μέσω της πλατείας Συντάγματος και των πλατειών, μέσω των «μικρών» αγώνων στις γειτονιές και στους χώρους δουλειάς. Η διάθεση της κοινωνικής πλειοψηφίας παραμένει σε τροχιά αμφισβήτησης και αγωνιστικής άμυνας και αυτό εκφράστηκε με κλιμακώσεις και σημαντικές κορυφώσεις όπως ήταν η 5/5/2010, η «μάχη του Μεσοπρόθεσμου», η 48ωρη Γενική Απεργία στις 19 και 20  Οκτώβρη,  οι καταλήψεις των υπουργείων αλλά και με επιμέρους εμβληματικούς αγώνες όπως ήταν η απεργία της ΠΟΕ – ΟΤΑ ή όπως είναι η τρέχουσα απεργία διαρκείας στην Ελληνική Χαλυβουργία, οι αγώνες στον Τύπο (Alter, Ελευθεροτυπία κ.λ.π.), οι προσπάθειες των κινημάτων «δεν πληρώνω», καθώς και με αγώνες χαμηλότερης έντασης, ακόμη και με την παθητική αντίσταση στα μεσοδιαστήματα κυρίως στον δημόσιο τομέα.

Η κοινωνική αντίσταση όλη αυτή την 2ετία έχει φέρει το κίνημα στην Ελλάδα στην πρωτοπορία της Ευρώπης ανεξάρτητα από το γεγονός ότι  το μέγεθος της κρίσης και τα συστημικά αδιέξοδα τείνουν, ολοένα και περισσότερο, να αναβαθμίσουν το διακύβευμα από το επίπεδο της ανάσχεσης κάποιων μέτρων στο επίπεδο της ολομέτωπης και συνολικής αντιπαράθεσης με το σύστημα.

Σήμερα βρισκόμαστε σ’ ένα μεσοδιάστημα υποχώρησης του γενικού κινηματισμού, με την έννοια ότι η κοινωνική διάθεση εκφράζεται με την προβολή στο κεντρικό πολιτικό πεδίο και στον εκλογικό συσχετισμό. Αυτή η εξέλιξη σχετίζεται με την χωρίς εκλογές κυβερνητική μεταβολή και με την αναρρίχηση στην πρωθυπουργία του τραπεζίτη Παπαδήμου, που αν και σκόπευε να πετύχει συναινέσεις, πολιτικές και κοινωνικές, φθείρεται ταχύτατα και στα δύο επίπεδα. Σημαντική μάλιστα παρατήρηση είναι πως η εξέλιξη αυτή ήταν ταυτόχρονα μια κοινωνική  νίκη στο πολιτικό πεδίο καθώς επί της ουσίας οδήγησε σε πτώση την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, τον Γ. Παπανδρέου και χρειάστηκε η σύμπραξη όλων των συστημικών δυνάμεων και μάλιστα μέσω διαδικασιών αστικοδημοκρατικής εκτροπής προκειμένου να κερδίσει το σύστημα χρόνο και να σταθεροποιηθεί σε ένα άλλο ασταθές σημείο ισορροπίας το οποίο το καθιστά ταυτόχρονα πιο επιθετικό αλλά και πιο ευάλωτο.

Το αίτημα για εκλογές είναι σήμερα αίτημα δημοκρατίας.

Κυβέρνηση της Αριστεράς

Το μέτρο της ενότητας και του μετώπου της αριστεράς σ’ αυτή την συγκυρία είναι η κυβερνητική πρόταση της αριστεράς, το σύνθημα για «κυβέρνηση της αριστεράς».

Η χρησιμότητα και η επικαιρότητα αυτού του συνθήματος δεν πρέπει να εκτιμηθεί με τους όρους «κανονικότητας» της προ κρίσης εποχής ούτε καν με όρους αυστηρής νοηματοδότησης του περιεχομένου της «κυβέρνησης της αριστεράς». Γιατί μια τέτοια δυνατότητα δεν προκύπτει από την ιδεολογικοπολιτική ετοιμότητα της αριστεράς αλλά από την ίδια την κρίση του συστήματος, οικονομική, πολιτική και ιδεολογική και την συνακόλουθη σκληρή ταξική επίθεση καθώς ταυτόχρονα και από  την διάθεση της κοινωνικής πλειοψηφίας να αντιστέκεται και να στρέφεται σε μη «ρεαλιστικές» επιλογές, σε κόντρα με το σύστημα, στην αριστερά.

Μια τέτοια προοπτική κυβέρνησης της αριστεράς και πολύ περισσότερο μια ραγδαία αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών θα λειτουργούσε πολλαπλασιαστικά στην διάθεση, την αυτοπεποίθηση,  την παρεμβατικότητα της κοινωνίας και των κινημάτων αλλά και στην προώθηση της  πολιτικής του συνείδησης καθώς θα διαπίστωνε την αντίδραση του συστήματος – μπαίνοντας αυτόματα στον ενεργό ρόλο της επί του πρακτέου ενεργής  υπεράσπισης της επιλογής του, όχι πλέον με την ψήφο του σε κάλπη, σε μια ρότα καθόλου «ρεαλιστική», στον εναλλακτικό δρόμο της σύγκρουσης με το σύστημα.

Μια τέτοια εξέλιξη θα διαμόρφωνε το πεδίο όπου θα αποκτούσε πραγματικό νόημα με ουσιαστικές συνέπειες η συζήτηση για την αντικαπιταλιστική, σοσιαλιστική προοπτική και τα αναγκαία βήματα.

Το ΚΚΕ δεν απαντά στην πρόκληση διατηρώντας την γραμμή της ιδεολογικής προπαγάνδας περί «λαϊκής εξουσίας» και απορρίπτει δια της γραμματέως του ρητά το σύνθημα «κυβέρνηση της αριστεράς». Ωστόσο αυτή η γραμμή δεκαετιών που στηρίζεται στην υποτίμηση των δυνατοτήτων του εργατικού και λαϊκού κινήματος και την παντελή έλλειψη εμπιστοσύνης στην αυτενέργεια των μαζών πιέζεται αφόρητα στις σημερινές συνθήκες της ταξικής και πολιτικής πάλης.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν αγγίζει καν το ζήτημα. Εγκλωβίζεται μόνο στο πεδίο της προπαγάνδας και της κοινωνικής δράσης, αδυνατώντας να μπει δυναμικά στο πεδίο της μαζικής πολιτικής, που σημαίνει βεβαίως και συγκρούσεις, στην προσπάθεια της να αυτοπροστατευτεί σε συνολικό αλλά και επιμέρους επίπεδο από τους «κινδύνους» αυτού του άλματος.
Την ίδια ώρα συσπειρώνει ένα μεγάλο μέρος από τους πιο συνειδητούς και διαθέσιμους στο κίνημα αγωνιστές και αγωνίστριες.

Η ΔΗΜΑΡ επίσης δεν μπορεί να βγει επιθετικά μ’ αυτό το σύνθημα, καθώς ο στόχος της για «κυβέρνηση της κεντροαριστεράς» υλοποιείται, κατά το ένα μέρος, ήδη από την κυβερνητική πολιτική του ΠΑΣΟΚ και από την κυβέρνηση Παπαδήμου.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως αν το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αρνούνται να κινηθούν με την «ροή» των κοινωνικών διαθέσεων η ΔΗΜΑΡ επιχειρεί να σταθεί ως «φράγμα».

Ο ΣΥΡΙΖΑ σηκώνει το γάντι της «κυβερνητικής πρόκλησης»

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο μόνος σχηματισμός της αριστεράς που βάζει επιθετικά το θέμα των εκλογών με όρους διεκδίκησης της κυβέρνησης και αυτό του δίνει σαφές προβάδισμα στον χώρο της αριστεράς και πιέζει το ΚΚΕ.

Ωστόσο η  προσέγγιση του ζητήματος δεν γίνεται με επίκαιρους όρους και ξεκάθαρη εκτίμηση της συγκυρίας παρά επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο εδώ και περίπου ένα χρόνο και έχει αποκτήσει επικαιρότητα μόνο λόγω της αλλαγής των χαρακτηριστικών της συγκυρίας. Το αποτέλεσμα είναι η πρότασή του να είναι μεν διακριτή σε σχέση με το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ που δεν αγγίζουν το ζήτημα αλλά λιγότερο διακριτή από την ΔΗΜΑΡ και να χαρακτηρίζεται από στοιχεία αμηχανίας και αναποφασιστικότητας που εν τέλει υπονομεύουν την δυναμική της ακόμη και στο πεδίο της προπαγάνδας. Αναφέρεται ακόμη και σήμερα στο «αντιμνημονιακό μέτωπο» που δεν αποτελεί κυβερνητική πρόταση αλλά πρόταση αντιπολίτευσης και δεν έχει αυτονόητα αριστερό πρόσημο καθώς και σε ένα νέο «συνασπισμό εξουσίας», τοποθέτηση που βρίσκεται πιο πίσω ακόμη και από τις προ τετραετίας διατυπώσεις που μιλούσαν για «κυβέρνηση με επίκεντρο την ριζοσπαστική αριστερά».

Η πολιτική προσέγγιση της «αμφίπλευρης διεύρυνσης» στην βάση ενός γενικόλογου και θολού «αντιμνημονιακού μετώπου» δεν λαμβάνει υπόψη την γενική κρίση των πολιτικών εκπροσωπήσεων και κυρίως των κομμάτων εξουσίας.

Η αναφορά, ακόμη και ο υπαινιγμός για συνεργασία με την σοσιαλδημοκρατία σήμερα έστω και σε επίπεδο στελεχών που πηδάνε όψιμα σαν τα ποντίκια από το βυθιζόμενο σκάφος τροφοδοτούν τις εκδοχές της ανοικοδόμησης του αστικού πυλώνα της σοσιαλδημοκρατίας παρά την εναλλακτική απάντηση της αριστεράς. Δεν υπάρχουν αριστερές εκπροσωπήσεις στο πολιτικό δυναμικό του ΠΑΣΟΚ, πολύ περισσότερο δε στελέχη που είχαν μέχρι πρόσφατα συμμετοχή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην κυβέρνηση, και οι ελάχιστες εξαιρέσεις απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Ο κόσμος που παλιά ψήφιζε ΠΑΣΟΚ και δεν οδηγείται στην αποχή και την πολιτική αδράνεια ή και κατά ένα μέρος του στη ΝΔ σήμερα στρέφεται απευθείας και αυξάνει τα ποσοστά της αριστεράς.

Στην πραγματικότητα δεν μπορεί να υπάρξει ένα σχέδιο μαζικής ακροαματικότητας με όρους προοπτικής που θα ανταγωνίζεται ταυτόχρονα και τη ΔΗΜΑΡ και το ΚΚΕ και  τη αντικαπιταλιστική αριστερά. Δεν μπορούν δηλαδή να συνυπάρξουν οι κατ’ ουσία αντιθετικές κατευθύνσεις και στρατηγικές που απορρέουν αφενός από την «κυβέρνηση της κεντροαριστεράς» και αφετέρου από την «κυβέρνηση της αριστεράς». Στην πράξη, η «αμφίπλευρη διεύρυνση» γέρνει προς τα δεξιά, υπονομεύοντας τους ήδη αδύναμους όρους ηγεμονίας της ριζοσπαστικής αριστεράς στα μελλοντικά μαζικά μορφώματα, καθώς πιέζει όχι μόνο τον όλο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και τον ΣΥΝ και την ήδη τραυματισμένη ενότητά του με αντάλλαγμα μια, επισφαλούς ενότητας και προοπτικής, σχετικά μεγαλύτερη Κοινοβουλευτική Ομάδα.

Αυτές οι επικοινωνιακές κατά βάση επιλογές που βασίζονται στη λογική της απλής αλγεβρικής άθροισης αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο ρίσκο καθώς το ισχυρό χαρτί της εκφώνησης στο κεντρικό πολιτικό πεδίο καλείται να υπερκαλύψει το μεγάλο μειονέκτημα της συγκρότησης του υποκειμένου. Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί βασικά με όρους εκλογικής συμμαχίας αλλά και ο ίδιος ο ΣΥΝ όχι μόνο δεν αύξησε αλλά μείωσε τις υποκειμενικές του δυνατότητες παρέμβασης στο κίνημα και στην κοινωνική βάση.

Η σωστή επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να απαντήσει με τόλμη στην ιστορική ευκαιρία που συμπυκνώνεται εκλογικά στο σύνθημα για κυβερνητική πρόταση της αριστεράς οφείλει να υποστηριχτεί με τους αντίστοιχους πολιτικούς (και οργανωτικούς όρους) που θα δώσουν πιθανότητες επιτυχίας και κυρίως προοπτικής.

Χρειάζεται ξεκάθαρη πρόταση για «κυβέρνηση της αριστεράς» και κάλεσμα για συμπαράταξη σε πολιτικό πλαίσιο – κυβερνητική πρόταση.

Η κυβερνητική πρόταση της αριστεράς

Το πλαίσιο της κυβερνητικής πρότασης της αριστεράς πρέπει να είναι απλό, εύληπτο και ταυτόχρονα αιχμηρό και ξεκάθαρα εναλλακτικό της κυρίαρχης κατεύθυνσης.
Οφείλει να απαντά αποτελεσματικά σε 3 κριτήρια:

α) να ανατρέπει εκ βάθρων την τρέχουσα μνημονιακή και τροϊκανή πολιτική

β) να συσπειρώνει και να ωθεί σε κίνηση την εργατική και λαϊκή κοινωνική πλειοψηφία

γ) να δίνει την δυνατότητα συνύπαρξης των διαφόρων δυνάμεων της αριστεράς και ως εκ τούτου να τις πιέζει αποτελεσματικά σε συσπείρωση, σαν ένα σχέδιο ανοιχτό σε ερμηνείες καθώς ο άμεσος στόχος δεν είναι η δικαίωση σ’ αυτό τον χρόνο του ενός ή του άλλου ιστορικού ρεύματος αλλά η κινητοποίηση των μαζών και η ενίσχυση της μαζικής πεποίθησης πως η αριστερά και οι εναλλακτικές της προτάσεις έχουν λόγο ύπαρξης και χρησιμότητα.

Ένα τέτοιο λιτό αλλά και αναγκαίο και ικανό πλαίσιο, έχει τέσσερις άξονες:

  1. Την μη αποδοχή του χρέους, την ρήξη με τους δανειστές, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τη λειτουργία του.  Δεν υπάρχει γι’ αυτό άλλος δρόμος από την παύση των πληρωμών προς τους δανειστές και την διαγραφή ολόκληρου του ταξικού χρέους.
  2. Ανάκτηση του οικονομικού ελέγχου από την κυβέρνηση της αριστεράς και οικονομική ανασυγκρότηση με μοχλό τον δημόσιο τομέα: εθνικοποίηση των τραπεζών και των σημαντικότερων τομέων της παραγωγής και της οικονομίας.
  3. Ανεξάρτητα από το νόμισμα, είτε αυτό είναι το ευρώ είτε η δραχμή πρόγραμμα άμεσης προστασίας του κόσμου της εργασίας και της λαϊκής πλειοψηφίας από την φτωχοποίηση και την εξαθλίωση.  Μέτρα για την ανεργία, το επίπεδο ζωής, τα εργασιακά δικαιώματα. Δημόσια και δωρεάν Υγεία – Παιδεία – Ασφάλιση κ.λ.π. Που σημαίνει όλα τα μνημονιακά μέτρα να παρθούν άμεσα πίσω, και να γίνει ευρεία αναδιανομή του πλούτου.
  4. Υπεράσπιση και διεύρυνση της Δημοκρατίας: κοινωνικός και εργατικός έλεγχος σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, από την οικονομία έως την διοίκηση.

Αυτή η πρόταση μπορεί να υποστηριχθεί αποτελεσματικά μόνο με φιλοδοξία ιστορικής κλίμακας για τον ρόλο που πρέπει να παίξει η αριστερά στην Ελλάδα – αδύναμο κρίκο της ευρωπαϊκής και διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης μα και ταυτόχρονα δυνατό κρίκο για την υπόθεση του σοσιαλισμού στον 21ο αιώνα.

Advertisements