Η Αριστερά σε σταυροδρόμι – ο αδύναμος κρίκος (Τοποθέτηση της ΑΠΟ στην σύσκεψη της ΠΣΕ – ΣΥΡΙΖΑ)

by _/\_

Οι τελευταίες εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό αποτελούν εξελίξεις αρνητικές για το κίνημα, τον κόσμο της εργασίας, τον λαό γενικότερα και την αριστερά. Η πολιτική αντιπαράθεση πέρασε από την προτεραιότητα των δρόμων, των χώρων δουλειάς, των καταλήψεων και των απεργιών αποκλειστικά μέσα στην Βουλή. Το σύνθημα «να πέσει η κυβέρνηση υπό την λαϊκή απαίτηση» μετατράπηκε στο «να πέσει η κυβέρνηση υπό την απαίτηση των αγορών, του διευθυντηρίου της ΕΕ, της ΝΔ και των συνοδοιπόρων». Αιτήματα για ανατροπή του σάπιου πολιτικού συστήματος, δημοκρατία ακόμη και λαϊκή κυβέρνηση της αριστεράς έχουν αντικατασταθεί από την κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας και συνεργασίας των δυνάμεων του συστήματος.

Αυτές οι εξελίξεις δεν ήταν αναπόφευκτες. Οι ευθύνες της αριστεράς είναι τεράστιες. Φυσικά οι αποφάσεις είναι δύσκολες και η ευθύνη πολύ μεγάλη. Όμως θα πρέπει να γίνεται κατανοητό πως από την χρησιμότητα της αριστεράς στον τον λαό και την κοινωνία σε μια τέτοια ιστορική καμπή, σε μια τέτοια βαθιά κρίση του συστήματος, κρίνεται το ίδιο το μέλλον της και η ύπαρξής της.   Πολύ περισσότερο που η ελληνική αριστερά δεν εκπροσωπεί πλέον κανέναν διεθνή συσχετισμό δύναμης – κάτι που αποτελεί την αδυναμία της αλλά ταυτόχρονα και την δυνατότητα.

Σταυροδρόμι για την αριστερά

Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα σταυροδρόμι που δεν δίνει την δυνατότητα για ενδιάμεσους «παράδρομους». Οι δύο δρόμοι είναι ο δρόμος της κοινωνικής «περιπέτειας», της πραγματικής αλλαγής και ο δρόμος της «ομαλότητας», της συντήρησης του παρόντος. Στις σημερινές συνθήκες που τις καθορίζει η κρίση του ίδιου του συστήματος δεν μπορεί η αριστερά να είναι η δύναμη της «ομαλότητας».

Το πραγματικό δίλημμα δεν αφορά το χρέος αλλά την ίδια την λειτουργία του συστήματος: υπάρχει εναλλακτικός δρόμος; Υπάρχει σοσιαλιστική προοπτική; Αυτό θα χρειαστεί να απαντηθεί απ’ αυτή την αριστερά στις σημερινές ιστορικές συνθήκες – όχι στο ασαφές μέλλον. Εάν το εργατικό κίνημα, ο ελληνικός λαός καθώς και οι άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί ηττηθούν σ’ αυτή την σύγκρουση, τα μελλοντικά ερωτήματα που θα βάλει η ιστορία θα κληθούν να τα απαντήσουν άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί.

Οι ευθύνες βαραίνουν ιδιαίτερα τα δύο μεγάλα κόμματα, το ΚΚΕ και τον ΣΥΝ (που καθορίζει ηγεμονικά και τον ΣΥΡΙΖΑ). Όλο το τελευταίο διάστημα ταλαντεύονται ανάμεσα στην ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας, τις εκφράσεις της, την «ζήτηση» για πολιτική έκφραση και στην πίεση, τις προκλήσεις και τις «νουθεσίες» του συστήματος. Ο φόβος προς τις κινούμενες και ριζοσπαστικοποιούμενες κοινωνικές μάζες, ο σεχταρισμός, αποτελεί συχνά τον καθοριστικό παράγοντα στις κρίσιμες επιλογές.

Για το ΚΚΕ είναι χαρακτηριστικό το διήμερο 19/20 Οκτώβρη. Την μια στιγμή βρισκόταν στην Αμαλίας, εκεί που έπρεπε να βρίσκεται από καιρό και την άλλη, μετά το θλιβερό επεισόδιο της 20/10 έφτασε να δηλώνει το ίδιο βράδυ στην Βουλή πως δεν είναι ώριμες οι συνθήκες και ο λαός για να πέσει άμεσα υπό την πίεσή του η κυβέρνηση.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ οι διαδοχικές ανακοινώσεις της 28ης Οκτωβρίου αρκούν για να εικονογραφήσουν την ταλάντευση. Αφενός με τον εξεγερμένο λαό που αμφισβητεί θεσμούς και άρχοντες και αφετέρου με δηλώσεις νομιμότητας στους θεσμούς και τους άρχοντες.

Σήμερα όπου στην Βέροια ομάδες πολιτών συνδέουν το κομμένο ρεύμα σε όσους δεν μπορούν να πληρώσουν, όπου οι δήμαρχοι της Ν. Ιωνίας και του Ελληνικού δηλώνουν ότι θα κάνουν το ίδιο, τα κόμματα της αριστεράς ταλαιπωρούνται με αμήχανες επιλογές συμβολικού χαρακτήρα.

Τα παραδείγματα αμηχανίας και ατολμίας αυτής της αριστεράς μέσα στο οργανωμένο εργατικό κίνημα είναι πολύ σοβαρότερα.

Όμως όλες αυτές οι εξελίξεις απέχουν πολύ από το να είναι οριστικές και μη αναστρέψιμες. Η περίοδος στην οποία έχουμε εισέλθει είναι μακρά και χαρακτηρίζεται από τις βαθιές αντιφάσεις και τα αδιέξοδα στο ίδιο το αστικό στρατόπεδο. Η κρίση του χρέους στην Ευρώπη βαθαίνει και εξελίσσεται βάζοντας για τα καλά την Ιταλία στο παιχνίδι, τα υπαρξιακά ερωτηματικά για το Ευρώ και την ίδια την ΕΕ συνεχώς αναφύονται, η ανάγκη για καταστροφή κεφαλαίων σαν διέξοδο από την κρίση οξύνει τις αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς μερίδων του κεφαλαίου αλλά και των εθνικών αφετηριών τους θυμίζοντας πως στο βάθος υπάρχει και ο πόλεμος.

Ως πολιτική συνέπεια  αυτών των συνθηκών παίζονται όλα τα χαρτιά του συστήματος ένα – ένα και καίγονται διαδοχικά. Στις ευρωπαϊκές χώρες ετοιμάζονται  για «αλλαγή φρουράς» μεταξύ δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας. Στην Ελλάδα ετοιμάζονται να κυβερνήσουν κι οι δυό μαζί.

Τα μέτρα ενάντια στο κόσμο της εργασίας και τον λαό θα συνεχίζουν να σκληραίνουν. Οι μαζικές διαδηλώσεις που φώναζαν να φύγει η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ πολύ σύντομα θα φωνάζουν να φύγει η κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας».

Στο κέντρο το ιστορικό υποκείμενο της ανατροπής, η εργατική τάξη, ο λαός

Για την αριστερά το σημαντικότερο αυτή την ώρα είναι να στρέψει την προσοχή της στην πιο ουσιαστική θέση, πως η εργατική τάξη, ο λαός, αυτός ο «απλός» κόσμος είναι το πραγματικό ιστορικό υποκείμενο της ανατροπής. Να συνάψει και να ισχυροποιήσει την σχέση της με το κίνημα και την κοινωνία πολύ πιο βαθιά από το επίπεδο της εκλογικής εκπροσώπησης.

Προϋπόθεση γι αυτό είναι να γίνει μια προσεκτική, σοβαρή και συστηματική παρατήρηση των σύγχρονων χαρακτηριστικών αυτού του κόσμου.

Ας δούμε μερικές μόνο χαρακτηριστικές αντιφάσεις:

Ο ίδιος κόσμος που σε πλειοψηφικά ποσοστά λέει όχι στα μνημόνια, στην κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, στην τρόικα, στο παλιό και φθαρμένο πολιτικό σύστημα, που δίνει πολύ χαμηλά ποσοστά στα δύο κόμματα εξουσίας και πολύ μεγάλα (αθροιστικά) ποσοστά στην αριστερά, που υποστηρίζει και συμμετέχει στις απεργίες, στις διαδηλώσεις, στις καταλήψεις, αυτός ο ίδιος κόσμος λέει ναι στο Ευρώ και όχι στην αποχώρηση από την ΕΕ, λέει ναι στην κυβέρνηση συνεργασίας και «εθνικής σωτηρίας»…

Αυτός ο κόσμος λέει ναι στην πολιτική αλλαγή αλλά όχι στις εκλογές! Μια τοποθέτηση που επιτρέπει πολλές ερμηνείες και περιεχόμενα.

Η εικόνα αυτή σχετίζεται με την πρόσληψη των αδιεξόδων του συστήματος εμπειρικά και βιωματικά στην εποχή της σφοδρής υποχώρησης των θεωρητικών βεβαιοτήτων, των ισχυρών οραμάτων, των «μεγάλων αφηγήσεων».

Όμως η παραδοχή αυτή καθόλου δεν στερεί από την αριστερά τις δυνατότητες παρέμβασης.  Τουναντίον. Αρκεί να πάψει να προσπαθεί το κάθε ρεύμα της να βολέψει την εικόνα του κοινωνικού υποκειμένου στην δική του ιδιαίτερη αφήγηση.

Το εργατικό κίνημα στην χώρα δεν έχει ηττηθεί, είναι παρόν και παλεύει. Οι χιλιάδες νέοι που εισέρχονται στον αγώνα δεν έχουν μεν την ιδεολογικοπολιτική συγκρότηση των αγωνιστών της αριστεράς του παρελθόντος αλλά ταυτόχρονα εκπαιδεύονται καθημερινά μέσα από την εμπειρία της συλλογικότητας και του αγώνα χωρίς τις αποσκευές της ήττας.

Ένας ολόκληρος κόσμος σήμερα, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό αθροιστικά, ίσως και 30% επιλέγει την αριστερά όχι σαν αποδοχή της ιδιαίτερης παράδοσης – αφήγησης του κάθε ρεύματός της αλλά με την γενική της φυσιογνωμία: η πολιτική δύναμη που αντιπολιτεύεται το σύστημα, που υποστηρίζει τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας και του λαού, η ελπίδα για εναλλακτική διέξοδο όταν καταπίπτουν δραματικά οι αυταπάτες για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος. Εδώ το πρωτεύον χαρακτηριστικό που αναγνωρίζεται μαζικά δεν είναι η θεωρητικοϊδεολογική επιχειρηματολογία αλλά η αίσθηση της δύναμης, του συσχετισμού.

Συσχετισμός δύναμης – το μέτωπο

Το πιο βασικό λοιπόν είναι η δύναμη. Αριστερά σαν καταφύγιο και αποκούμπι των αδικημένων, σαν επιλογή εναλλακτικής πορείας που όμως μπορεί να εμφανίσει συσχετισμό δύναμης και να απειλήσει το σύστημα.

Το ζήτημα του συσχετισμού της δύναμης, της συγκέντρωσης της δύναμης οδηγεί στην συζήτηση για το μέτωπο. Η ανάγκη για το μέτωπο προκύπτει από την πρόδηλη ανάγκη για πολιτική έκφραση της εν δυνάμει πλειοψηφικής κοινωνικής συμμαχίας που σήμερα εμφανίζεται σε αντίθεση με την ασκούμενη μνημονιακή πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης και της τρόικας.

Η πρώτη παρατήρηση σχετικά μ’ αυτό είναι πως ενώ αυτή η συζήτηση κρατά ήδη αρκετό καιρό στην αριστερά με μικρά έως και ανύπαρκτα αποτελέσματα έχει ήδη αρχίσει να συγκροτείται  σε ανώτερο βαθμό από την προηγούμενη φάση  της επίθεσης το «μέτωπο της αντίδρασης». Ο χρόνος λοιπόν δεν είναι απεριόριστος καθώς οι δυνάμεις και οι αντοχές  του εργατικού και λαϊκού κινήματος θα δοκιμάζονται συνεχώς από την ολοένα και σκληρότερη συστημική πίεση, επιθέσεις και  καταστολή κάθε είδους.

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά την φύση του μετώπου: Παλλαϊκό μέτωπο όπου η αριστερά θα είναι ένας παράγοντας μεταξύ άλλων ή μέτωπο με την ηγεμονία της αριστεράς;

Το «κοινωνικό μέτωπο» ή η κοινωνική συμμαχία αποτελείται από ανθρώπους από διαφορετικές τάξεις και κοινωνικά στρώματα που έχουν και διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετικές αντιλήψεις, ιδέες και πολιτικές εκπροσωπήσεις. Μάλιστα τα διαφορετικά αυτά συμφέροντα στις συνηθισμένες κοινωνικές συνθήκες είναι ευθέως ανταγωνιστικά και εχθρικά όπως συμβαίνει με τους εργαζόμενους – υπάλληλους και τους μικρομεσαίους – εργοδότες. Σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες, όπως η τρέχουσα, διαμορφώνονται όροι συμμαχίας. Όμως αυτό συμβαίνει γιατί οι μικρομεσαίοι «προλεταριοποιούνται» και τείνουν να συμφωνήσουν με τις διεκδικήσεις και τους τρόπους πάλης των εργαζόμενων (εργατικό κίνημα). Αυτές οι αντιθέσεις υπάρχουν πάντα ακόμη κι όταν κρύβονται πίσω από την γενική συνάθροιση του «πλήθους» π.χ. των «αγανακτισμένων» ατόμων.

Ως εκ τούτου τα συνθήματα και εν γένει οι πολιτικοί στόχοι που τίθενται από την αριστερά είναι απολύτως κρίσιμα ως προς την κατεύθυνση στην οποία επιδιώκουν και σπρώχνουν την οικοδόμηση του μετώπου καθώς και στις αντικειμενικές συνέπειες αυτών των κατευθύνσεων. Μ’ άλλα λόγια είναι αδύνατο να είναι διαθέσιμα και χρήσιμα τα ίδια συνθήματα για αριστερούς και ανατρεπτικούς στόχους όπως και για δεξιούς και ακροδεξιούς. Η πάλη για την ηγεμονία καθορίζεται από τα πρώτα κιόλας βήματα της συγκρότησης κοινωνικοπολιτικού μετώπου.

Απ’ αυτή την άποψη δεν μπορούμε και δεν πρέπει να στοχεύουμε  σε ένα κάποιο θολό παλλαϊκό μέτωπο αλλά σε μέτωπο με την ηγεμονία της αριστεράς.

Ωστόσο μια τέτοια προσπάθεια πρέπει να χαρακτηρίζεται αφενός από την ξεκάθαρη στόχευση της μεγαλύτερης δυνατής συσπείρωσης των δυνάμεων της αριστεράς απαλλαγμένης από τους σεχταρισμούς της ιδεολογικής καθαρότητας και αφετέρου από την επίγνωση ότι η κοινωνική συμμαχία διεκδικείται ταυτόχρονα και από το σύστημα με την έννοια της επιδίωξης της κοινωνικής συναίνεσης στο συστημικό σχέδιο.

Δεν πρέπει να χωρά αμφιβολία πως στις μέρες μας επιδιώκεται η αναπλαισίωση και ανοικοδόμηση του σοσιαλδημοκρατικού πυλώνα του αστισμού. Απ’ αυτή την άποψη δεν υπάρχει εύκολος δρόμος προς την βάση του ΠΑΣΟΚ μέσω όψιμων αποσκιρτημένων πολιτικών εκπροσώπων – βουλευτών. Στην ελληνική σοσιαλδημοκρατία δεν έχει εμφανιστεί πραγματική αριστερή αντιπολίτευση (πλην ίσως ατομικών εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα) παρά μόνο στην βάση του κόσμου της και δει των εργατικών κομματιών που για να ακολουθήσουν την αριστερά χρειάζονται ένα ισχυρό και αποφασιστικό πολιτικό πόλο παρά τους παλιούς τους βουλευτές σε συσκευασία αριστερού ψηφοδελτίου. Μια αριστερά που δεν εξασφαλίζει ουσιαστικές σχέσεις με τον μαχόμενο κόσμο της εργασίας και της λαϊκής βάσης γενικότερα κινδυνεύει να γίνει εύκολο θύμα – όχημα της σοσιαλδημοκρατικής ανοικοδόμησης.

Πολιτική γραμμή – ο αδύναμος κρίκος

Όλα αυτά καταλήγουν στην αναγκαία πολιτική γραμμή που μπορεί να τα εξυπηρετήσει. Την πολιτική γραμμή με κριτήριο την δυνατότητα επικοινωνίας με τα μαζικά κοινωνικά κομμάτια.

Στην ιδεολογικοπολιτική συζήτηση που διεξάγεται στους κόλπους της αριστεράς αλλά και μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονται στοιχεία αντιπαράθεσης και κριτήρια από το παρελθόν που επαναλαμβάνονται στις μέρες μας ως πάλη ρευμάτων χωρίς να  λαμβάνεται υπ’ όψη σχεδόν καθόλου το σύγχρονο ιστορικό πλαίσιο της «παγκοσμιοποίησης» και της κατάρρευσης του «υπαρκτού» και σίγουρα τις συνέπειές του στο σύγχρονο κοινωνικό υποκείμενο.

Σ’ αυτό το σημείο υπάρχει ένα ζήτημα που αφορά τη θεωρία. Υπάρχει η ανάγκη για μια επίκαιρη μαρξιστική ανάλυση του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, της εξέλιξης του καπιταλισμού, της φύση, των αδιεξόδων και της δυναμικής της κρίσης.

Για την ώρα θα μείνουμε μόνο σε μια διαπίστωση: Η διαδικασία διεθνοποίησης του κεφαλαίου στην εποχή της «καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης» έχει παράξει και πολιτικά αποτελέσματα στον τρόπο και τις λειτουργίες της αστικής διαχείρισης διαμορφώνοντας διεθνικά κέντρα του κεφαλαίου χάραξης στρατηγικών και πολιτικών κατευθύνσεων (διευθυντήρια ΕΕ, ΔΝΤ, G20 κ.α) όσο το δυνατόν απαλλαγμένα από τις πιέσεις της ταξικής πάλης οι οποίες εξακολουθούν να λαμβάνουν χώρα κατά κανόνα στο εθνικό πεδίο. Οι ενιαίες αυτές κατευθύνσεις επιστρέφουν στο εθνικό πεδίο και το επικαθορίζουν ανισόμετρα, σε όλες τις χώρες, περισσότερο ή λιγότερο πλούσιες, ψηλότερα ή χαμηλότερα στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.

Η προσπάθεια να απαντηθεί αυτή η αντίφαση με ολοκληρωμένες αφηγήσεις που ουσιαστικά «απαιτούν» την αντιστροφή της σύγχρονης πραγματικότητας είτε στην μια κατεύθυνση,  της επιστροφής στο κλασικό σχήμα των εθνικών κρατών είτε στην άλλη κατεύθυνση, της προσδοκίας της «ανόδου» της ταξικής πάλης σε διεθνικό επίπεδο μέσω του στόχου της πολιτικής ολοκλήρωσης της διαδικασίας, πέρα από την σχηματικότητα και την αδυναμία της ερμηνείας της τρέχουσας λειτουργίας χρεώνεται και την αναποτελεσματικότητα στην κοινωνική ακροαματικότητα.

Ο κόσμος ζει αυτή την αντίφαση, την αντιλαμβάνεται βιωματικά και την εκφράζει με τις αντιφατικές τοποθετήσεις του: δεν θέλει και δεν αντέχει την διαρκή λιτότητα και την υποχώρηση του δημοκρατικού πλαισίου, εχθρεύεται τα διευθυντήρια των καπιταλιστών αλλά δεν εμπνέεται από την προοπτική της εθνικά υπερήφανης φτώχειας πολλώ δε μάλλον από τον στόχο μιας Αλβανίας ή μιας Β. Κορέας.

Η μόνη προοπτική μπορεί να έλθει με την προσέγγιση του «αδύναμου κρίκου». Που εάν σπάσει για την ιμπεριαλιστική αλυσίδα μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις και μια διαφορετική ευρωπαϊκή και διεθνή εξέλιξη.

Ο «αδύναμος κρίκος» δεν είναι αφήγηση. Είναι μέθοδος προσέγγισης με πολιτική χρησιμότητα. Απαιτεί την χάραξη ρηξιακής πολιτικής στο «συγκεκριμένο». Η ρήξη – εν προκειμένω στην Ελλάδα – θα δημιουργήσει νέα δεδομένα και νέους αδύναμους – δυνατούς κρίκους όπου το κρίσιμο στοιχείο καθίσταται η κίνηση του κόσμου της εργασίας και γενικότερα των ευρωπαϊκών λαών.

Μια τέτοια προσέγγιση δεν μπορεί να υπηρετηθεί με οποιοδήποτε πολιτικό πλαίσιο – πρόγραμμα. Σήμερα η αναγκαία και ικανή συνθήκη  για την Ελλάδα – αδύναμο κρίκο της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας καπιταλιστικής αλυσίδας της κρίσης, απαιτεί μια πολιτική στηριγμένη σε τέσσερις άξονες:

Α) Άμεση στάση πληρωμών προς τους δανειστές – διαγραφή του χρέους

Β) Το Ευρώ δεν είναι ταμπού

Γ) Ανατροπή της κυβέρνησης – της τρόικας – των δανειακών συμβάσεων και των μέτρων που ήδη έχουν παρθεί

Δ) Σημεία άμεσου εργατικού προγράμματος:

Ουσιαστική δημοκρατία στην διαχείριση των κοινωνικών ζητημάτων, στην οικονομία και σε κάθε βαθμίδα διοίκησης με κοινωνικό και εργατικό έλεγχο

Εθνικοποίηση των τραπεζών και των βασικών τομέων της παραγωγής

Αναδιανομή του πλούτου – αυξήσεις σε μισθούς – συντάξεις με παράλληλη σκληρή φορολογία του κεφαλαίου

Στα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε την ανάγκη της εκλαΐκευσης της προσέγγισης του «αδύναμου κρίκου»  προς τον λαό σαν στοιχείο μαζικής προπαγάνδας της προοπτικής και ευόδωσης των προσπαθειών του. Στην πραγματικότητα σαν ένα νέο τρόπο προπαγάνδισης του σοσιαλιστικού οράματος στην εποχή της «παγκοσμιοποίησης».

Μια τέτοια γραμμή μπορεί να αποτελέσει ταυτόχρονα την βάση για μια πολιτική πραγματικά μετωπική στα πλαίσια της σημερινής αριστεράς στην Ελλάδα καθώς ξεσκεπάζει τα προσχήματα και τις «ιδεολογικές δικαιολογίες» διεκδικώντας ταυτόχρονα την επικοινωνία με τα μαζικά κοινωνικά ακροατήρια.

Advertisements