Κρίση του συστήματος – κρίση της αριστεράς – μαζική, αντικαπιταλιστική αριστερά (Τοποθέτηση ΑΠΟ στην Πανελλαδική Σύσκεψη του ΜΑΑ 2-3 Απρίλη 2011)

by _/\_

Η συζήτηση που άρχισε εντός της ελληνικής αριστεράς πριν από ένα χρόνο – με τον ερχομό του Μνημονίου – συνεχίζεται και εντείνεται καθώς νέα στοιχεία προστίθενται, χωρίς παρόλαυτά να παράγει κάποιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα σε σχέση με το διαταύτα που δεν μπορεί να είναι άλλο από την αποτελεσματικότητα της παρέμβασής της και την αλλαγή των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών.

Με επίγνωση ότι δεν υπάρχει μία, φαεινή ιδέα που να ξεκλειδώνει όλους τους γρίφους και τις αντιφάσεις που γεννά η κρίση και σημειώνοντας πως οι υπεραπλουστεύσεις δεν βοηθούν, προτείνουμε, σαν συμβολή σ’ αυτή την δύσκολη συζήτηση, συνοπτικά και ίσως κάπως «αφοριστικά», τα παρακάτω σημεία:

1. Εποχή παγκόσμιας και πολύπλευρης καπιταλιστικής κρίσης …

Η κρίση αυτή είναι ταυτόχρονα κρίση και του κεφαλαίου και της εργασίας. Δεν υπάρχει τρόπος να λυθεί με ευνοϊκό τρόπο και προς τις δύο πλευρές. Η διέξοδος απ’ αυτήν θα είναι ταυτόχρονα και η επιβολή των συμφερόντων της μιας πλευράς σε βάρος της άλλης. Ακριβώς γι αυτόν τον λόγο και καθώς η κρίση είναι ευρωπαϊκή και διεθνής δεν υπάρχει τρόπος να λυθεί οριστικά αλλά ούτε και για μακρό χρονικό διάστημα σε μία μόνο χώρα.

Η κρίση χρέους δεν είναι (μόνο ή κυρίως) ελληνική αλλά κρίση της ΕΕ, του Ευρώ και γενικότερα παγκόσμια, βαθιά και πολύπλευρη (οικονομική, κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική, οικολογική) καπιταλιστική κρίση. Το Μνημόνιο δεν οδηγεί σε καμιά μείωση του χρέους αλλά αντίθετα οδηγεί στην αύξησή του. Η επικρατούσα νεοφιλελεύθερη στρατηγική που επικαιροποιήθηκε με τις αποφάσεις της ευρωπαϊκής ηγεσίας της 25ης Μάρτη δεν αποτελεί διέξοδο από την κρίση κι ούτε κανείς το ισχυρίζεται πλέον αυτό. Αντίθετα αποτελεί ένα προσωρινό και επισφαλή συμβιβασμό των αντιφάσεων μεταξύ των χωρών μελών της ευρωζώνης με μοναδικά στοιχεία στρατηγικής συμφωνίας την κοινή κατεύθυνση της (διαρκούς) μεταβίβασης των βαρών της κρίσης στον κόσμο της εργασίας και την επιμονή στην κεντρομόλα κατεύθυνση στις υπαρξιακές αντιφάσεις της ΕΕ.

Ο πόλεμος στην Λιβύη και τα παιχνίδια ηγεμονίας μεταξύ των συμμετεχόντων στην επέμβαση, στο πιο «χαλαρό» και άναρχο σχέδιο από την σκοπιά του καθορισμού της ιεραρχίας και των ενδοϊμπεριαλιστικών συσχετισμών, ιμπεριαλιστικής επέμβασης των τελευταίων δεκαετιών, εμφανίζεται ως μια ακόμη πτυχή των αντιφάσεων εντός της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης.

Ακόμη και τα αποτελέσματα μιας φυσικής καταστροφής, όπως ο σεισμός και το τσουνάμι στην Ιαπωνία, συμβάλουν σήμερα στην αβεβαιότητα του παγκόσμιου καπιταλιστικού κρισιακού πλαισίου.

2. … εποχή πολέμων, καταστροφών και επαναστάσεων

Οι αραβικές εξεγέρσεις δίνουν μαθήματα για την κατανόηση της κίνησης του λαού ξαναθυμίζοντας την επικαιρότητα των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων, τον ιστορικό ρόλο και την δύναμη του λαϊκού παράγοντα όταν εισέρχεται ορμητικά και μαζικά στο προσκήνιο. Οι δυνάμεις και οι δυνατότητες αυτές εμφανίζονται και στον δυτικό κόσμο, στην Ευρώπη, με το πρόσφατο εντυπωσιακό παράδειγμα της λαϊκής κινητοποίησης στο Λονδίνο καθώς βέβαια και στην κίνησή του κόσμου της εργασίας και του λαού γενικότερα στην ίδια μας την χώρα.

Οι αραβικές εξεγέρσεις – πέρα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχουν από χώρα σε χώρα – ξαναθυμίζουν τα περιθώρια κίνησης του λαϊκού παράγοντα και των δυνατοτήτων του ιστορικού του ρόλου καθώς και την σχετικότητα μεταξύ της ταξικής πάλης και της αντίστοιχης πολιτικής και ιδεολογικής. Ο κόσμος κινείται και χωρίς «αυστηρή» ιδεολογική και πολιτική καθοδήγηση, μάλιστα αναπτύσσοντας κινηματική εφευρετικότητα. Η απουσία ή η ανικανότητα της πολιτικής αριστεράς παίζει καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της σύγκρουσης και κυρίως στην προοπτική της.

3. Εποχή «αποϊδεολογικοποίησης» και κυριαρχίας του Μεταμοντερνισμού – κρίση των πολιτικών εκπροσωπήσεων

Αυτή η εποχή της βαθιάς κρίσης χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από την «απονομιμοποίηση» στα μάτια της μείζονος κοινωνίας των πάλαι ποτέ κραταιών ιδεολογιών και κοσμοθεωριών. Είναι η εποχή των μεταμοντέρνων προσεγγίσεων. Αυτή η συνθήκη έχει κόστος και στα δύο «στρατόπεδα»: Α. Στο αστικό στρατόπεδο, η απονομιμοποίηση των νεοφιλελεύθερων ιδεών σε συνδυασμό με τα αδιέξοδα της κρίσης δυσκολεύει τις συστημικές λύσεις με όρους συναίνεσης και συνακόλουθα αυξάνει τις κατασταλτικές επιλογές πιέζοντας διαρκώς το «δημοκρατικό κεκτημένο» στο ιδεολογικό υπόβαθρο των ευρωπαϊκών λαών. Β. Στο εργατικό – σοσιαλιστικό στρατόπεδο, έχει καταστήσει τις «παραδοσιακές» εκφωνήσεις και τις ιστορικές και ιδεολογικοθεωρητικές αναφορές της αριστεράς άμοιρες μαζικού κοινωνικού ακροατηρίου.

Οι συνέπειες της παραπάνω διαπίστωσης αναδεικνύονται με το πιο καθαρό τρόπο στη νεολαία καθώς και στην γενική τάση για συνολική απαξίωση της πολιτικής και «αποχή».

Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής είναι η γενικευμένη κρίση των πολιτικών εκπροσωπήσεων που εμφανίζεται ως «κρίση του πολιτικού συστήματος» κρύβοντας πίσω απ’ αυτήν την κατ’ ουσία γενική κοινωνική κρίση ως κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και όχι απλά της διαχείρισής του.

4. Το πολιτικό κενό της σοσιαλδημοκρατίας και η πρόκληση για την σύγχρονη, μαζική αριστερά

Για λόγους που εν πολλοίς συνδέονται με την προηγούμενη διαπίστωση στο (ευρωπαϊκό και όχι μόνο) πολιτικό σκηνικό εμφανίζεται το κενό του μαζικού ρεφορμιστικού πολιτικού φορέα ως αποτέλεσμα της ιστορικής ήττας της σοσιαλδημοκρατίας (προσχώρηση στο νεοφιλελεύθερο μονόδρομο) που κάλυπτε επί πολλές δεκαετίες τον χώρο. Σήμερα (διαδικασία που εξελίσσεται όλες τις τελευταίες δεκαετίες) η σοσιαλδημοκρατία δεν προτείνει πια μεταρρυθμιστικά προγράμματα και πολύ περισσότερο δεν αναφέρεται σε καμιά «εναλλακτική σοσιαλιστική στρατηγική».

Αυτό σημαίνει – και ιδιαίτερα σήμερα στην Ελλάδα – πως εγκαταλείπει μια σειρά από καθήκοντα που κατά προτεραιότητα εκτελούσε προς την εργατική τάξη, κύρια στο συνδικαλιστικό πεδίο ηγούμενη των σοβαρότερων εργατικών κινημάτων στις δεκαετίες του ’80 και ’90 (άσχετα εάν ταυτόχρονα πρόδιδε ή ανέκοπτε την προοπτική τους).

Για την ακρίβεια της περιγραφής της πραγματικότητας καθώς όσο το κενό δεν διεκδικείται και δεν καλύπτεται απ’ τ’ αριστερά η σοσιαλδημοκρατία εμφανίζεται ως η «σύγχρονη, κυβερνώσα αριστερά» καίγοντας τα «καύσιμα του παρελθόντος» δηλαδή την ανάμνηση της παραδοσιακής φύσης των κομμάτων αυτών παρά την σύγχρονη μεταλλαγμένη μορφή τους, και στην Ελλάδα και πανευρωπαϊκά. Πέρα όμως από την ανάλυση και την θέση για την φύση της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας το πιο σημαντικό σημείο για τον προσανατολισμό της αριστεράς σήμερα είναι η κατανόηση της ύπαρξης του πολιτικού κενού και των συνεπειών και των καθηκόντων που δημιουργεί.

Αυτά τα καθήκοντα και αυτό το πολιτικό κενό καλείται να το καλύψει η αριστερά ή αντίστροφα η αριστερά που χρειαζόμαστε θα κριθεί από την ικανότητά της να καλύψει τα καθήκοντα και το πολιτικό κενό που εγκαταλείπει η σοσιαλδημοκρατία.

5. Πολυδιασπασμένη, εσωστρεφική και ανέτοιμη για την ιστορική πρόκληση η ελληνική αριστερά

Η αριστερά συζητά στο «εσωτερικό» της και κάθε τμήμα – ρεύμα προσπαθεί να πείσει τους άλλους, παρά την κοινωνία. Απ’ αυτή την σκοπιά η «ενότητα της αριστεράς» είναι κενή περιεχομένου καθώς αποτελεί ανέφικτο στόχο. Οι παραπάνω λόγοι αιτιολογούν την δυσκολία της ελληνικής αριστεράς να διεξάγει την συζήτηση για την εναλλακτική λύση και διέξοδο με την συμμετοχή πραγματικά μαζικού κοινωνικού ακροατηρίου. Οι αντιφάσεις αυτής της διαδικασίας εντείνονται καθώς η συζήτηση αυτή δεν διεξάγεται απλώς ανάμεσα σε «σχολές», ρεύματα και πολιτικά σχέδια αλλά ανάμεσα σε ένα πλήθος μικρότερων και μεγαλύτερων οργανώσεων, κομμάτων και μηχανισμών που προβάλουν η καθεμιά ως ανυπέρβλητη αυταξία (το «κόμμα»). Έτσι λοιπόν η «ευχή» για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, το πλήθος δηλαδή των κομμάτων και οργανώσεων της αριστεράς μαζί με ένα αξιόλογο κοινωνικό μερίδιο και αντίστοιχα γενικό ιδεολογικοπολιτικό συσχετισμό προς τ’ αριστερά, στην Ελλάδα, καθίσταται ταυτόχρονα «κατάρα» καθώς η κρίση, η πολυδιάσπαση, ο ηγεμονισμός και ο σεχταρισμός υπερισχύουν των προσπαθειών για ουσιαστική ενότητα – συγκέντρωση δύναμης.

6. «Ευρώ ή δραχμή», «εντός ή εκτός ΕΕ» είναι ανεπίκαιρα διλήμματα. Το σωστό ερώτημα είναι: «μπορεί να υπάρξει σήμερα μαζική αντικαπιταλιστική αριστερά»;

Τα ζητήματα που αφορούν το Ευρώ και την ΕΕ μονοπωλούν την συζήτηση προκειμένου να δώσουν απάντηση στο πρόβλημα του χρέους. Συχνά μοιάζει σ’ αυτή την συζήτηση να ζητείται η απάντηση από τους οικονομολόγους σε ένα πρόβλημα αμιγώς πολιτικό που αφορά κατά προτεραιότητα τους ταξικούς, ιδεολογικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δύναμης και τις σωστές επιλογές εντός τους παρά την «αντικειμενική επιστημονική οικονομική διάγνωση και λύση».

Φαινομενικά οι πιο ριζοσπαστικές ή αντικαπιταλιστικές απόψεις συσπειρώνονται γύρω από τις θέσεις για «στάση πληρωμών, έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ» σε αντιπαράθεση με τις απόψεις που αποδέχονται το ευρωπαϊκό πλαίσιο και αναζητούν λύσεις εντός του. Φυσικά υπάρχουν αποχρώσεις και διευκρινίσεις όπως «αντικαπιταλιστική» έξοδος από το ευρώ ή αντίστοιχα «αριστερός» ευρωπαϊσμός.

Αυτός ο τρόπος που μπαίνουν τα ζητήματα( ευρώ ή δραχμή) δεν βοηθάει καθώς η πραγματικότητα δεν είναι «ασπρόμαυρη» αλλά πολύ πιο σύνθετη. Κυρίως δεικνύει τον ετεροκαθορισμό από το πεδίο των αστικών επιλογών (νομισματική πολιτική- αστική οικονομία) παρά των ταξικών (κίνηση του λαϊκού παράγοντα – ταξικές σχέσεις). Αυτό φαίνεται επίσης μέσα από τον νέο «δυισμό» που προκύπτει στις μέρες μας εντός της αριστεράς με βάση της στάση απέναντι στην επέμβαση ευρωπαίων, αμερικάνων και ΝΑΤΟ στην Λιβύη. Πολύ λιγότερο συγκίνησαν την ελληνική αριστερά οι αραβικές εξεγέρσεις, αν κρίνουμε από τις διαδηλώσεις και εκδηλώσεις αλληλεγγύης, σε σύγκριση με την ευαισθησία – θετική και αρνητική – απέναντι στην κίνηση του διεθνούς ιμπεριαλιστικού παράγοντα. Αυτό δείχνει κάτι για την σημασία και την εμπιστοσύνη που αποδίδεται στο λαϊκό παράγοντα και δη χωρίς αριστερή πολιτική εκπροσώπηση.

Στην πραγματικότητα η διαχωριστική δεν μπαίνει ούτε με βάση το ευρώ, ούτε με βάση του ποιος δηλώνει «διεθνιστής» και ποιος «αντιιμπεριαλιστής πατριώτης».

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι «σε ποιόν απευθύνεσαι»;

Με άλλα λόγια μπορεί να υπάρξει μαζική αριστερή – αντικαπιταλιστική πολιτική σήμερα;

Μαζική ώστε να διεκδικήσει να καλύψει το πολιτικό κενό του ρεφορμισμού, της σοσιαλδημοκρατίας στην εποχή των «μεταρρυθμιστών χωρίς μεταρρυθμίσεις». Αριστερή και αντικαπιταλιστική ώστε να απευθύνεται ξεκάθαρα και κατά απόλυτη προτεραιότητα στον κόσμο της εργασίας (ανάγνωση της κρίσης ως κρίση της εργασίας) και δι’ αυτού στην πληττόμενη κοινωνική πλειοψηφία (εν δυνάμει κοινωνική συμμαχία ενάντια στο μνημόνιο και τα κυβερνητικά μέτρα εργαζόμενων, ανέργων, μικρομεσαίων στρωμάτων, αγροτών, νεολαίας, γυναικών, μεταναστών κ.λ.π. με την σαφή ηγεμονία των συμφερόντων και των αιτημάτων της εργατικής τάξης).

Μαζική πολιτική δεν μπορεί να προκύψει μόνο ή κυρίως με την χρήση της ιδεολογικής προπαγάνδας. Πολύ περισσότερο στην «μεταμοντέρνα εποχή». Οι ιδέες και η θεωρία είναι ο κρίσιμος παράγοντας όμως η πολιτική και εν προκειμένω αυτή που μπορεί να εξασφαλίσει την απαιτούμενη συγκέντρωση δύναμης και ταυτόχρονα τους όρους για την μαζική απήχηση των σοσιαλιστικών ιδεών είναι αυτή που μετατρέπει τις ιδέες σε υλική δύναμη και συσχετισμό. Έτσι δεν αρκεί να βαφτιστεί η έξοδος από το ευρώ αντικαπιταλιστική αλλά το κύριο είναι πώς θα διαμορφωθούν οι κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί γι αυτό και αντίστοιχα δεν αρκεί να προπαγανδίζεται η δυνατότητα αριστερής πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ αλλά να αποδεικνύεται ότι μπορεί μια τέτοια γραμμή να πείθει τους λαούς της Ευρώπης γι αυτό και να τους κινητοποιεί σε κατεύθυνση σύγκρουσης με την σημερινή ΕΕ.

Ταυτόχρονα δεν είναι αριστερή και αντικαπιταλιστική η πολιτική που δεν απευθύνεται ξεκάθαρα και κατά προτεραιότητα στον κόσμο της εργασίας.

Δεν είναι οι θέσεις που απορρέουν από την αποδοχή της ΕΕ και του ευρώ ως «ταμπού» καθώς εγκλωβίζονται και εν τέλει υπηρετούν το κυρίαρχο αστικό πλαίσιο. Ο αριστερός ευρωπαϊσμός έχει καταλήξει στην ουρά του αστικού κοσμοπολιτισμού, την μια αντιφατική τάση του κεφαλαίου.

Δεν είναι οι θέσεις που συσκοτίζουν την διάκριση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας ιδιαίτερα εντός της κρίσης παραπέμποντας σε κάποια «εθνική διέξοδο» με τον υπαινιγμό της μεταφοράς εντός του εθνικού πλαισίου του ευρωπαϊκού και διεθνούς καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας – θέση πρωτίστως ανέφικτη αλλά και ακραία αντεργατική και αντιλαϊκή. Πολύ περισσότερο δεν είναι η παρωχημένη σταλινική θεωρία της εξάρτησης και των σταδίων (επί το λαϊκότερο θεωρία της «ψωροκώσταινας») που αδυνατεί να περιγράψει τον σύγχρονο κόσμο (πως γίνεται μία μη ιμπεριαλιστική χώρα χωρίς ισχυρή εθνική αστική τάξη, η Ελλάδα, να συμμετέχει πρωταγωνιστικά με στρατιωτικά μέσα, μαζί με την Τουρκία στην επέμβαση που γίνεται σήμερα στην Λιβύη);

Απέναντι στο «ευρώ – ταμπού» δεν νομιμοποιείται ως αριστερή, αντικαπιταλιστική θέση η «δραχμή – ταμπού». Μια τέτοια αντίληψη οδηγείται στην ουρά του πλέον κυρίαρχου αστικού ιδεολογήματος – του εθνικισμού, της εθνικής καταγωγής του κεφαλαίου, την άλλη αντιφατική τάση του. Ή αλλιώς, χρησιμοποιώντας την ορολογία του «καλού» και «κακού» ευρώ αντίστοιχα υπάρχει η «καλή» και «κακή» δραχμή όπου ο κρίσιμος παράγοντας δεν είναι το νόμισμα αλλά ο ταξικός και πολιτικός συσχετισμός καθώς η προτεραιότητα βρίσκεται στις ταξικές σχέσεις και όχι στις παραγωγικές δυνάμεις και δυνατότητες.

Τέλος δεν είναι ούτε μαζική, ούτε αριστερή – αντικαπιταλιστική η πολιτική που διασπά το μαζικό κίνημα και καταστρέφει τις όποιες δυνατότητες υπάρχουν για συγκέντρωση δύναμης και σύμπηξης της ευρείας κοινωνικής συμμαχίας.

7. Σήμερα μπορεί να υπάρξει μαζική αριστερή πολιτική και μάλιστα δεν μπορεί παρά να είναι ξεκάθαρα αντικαπιταλιστική καθώς δεν υπάρχουν περιθώρια για ποικιλία επιλογών διαχείρισης

Στην προτεραιότητα πρέπει να μπει ο ίδιος ο λαϊκός παράγοντας και η κίνησή του, η δρώσα κοινωνία, η κοινωνική συμμαχία με επικεφαλής την εργατική τάξη και τα αιτήματά της. Είναι η ίδια η κίνηση και η αυτενέργεια του κόσμου που αντιστέκεται, που διαμορφώνει όρους ταξικής συνείδησης και ως υποκείμενο της ανατροπής και της ιστορικής αλλαγής μπορεί να δώσει νόημα και προοπτική στην εναλλακτική λύση και διέξοδο. Χρειαζόμαστε μια προσέγγιση που θα εξοπλίζει τον ίδιο τον κόσμο ώστε να διαβεί (ξανά) τους δρόμους της αυτομόρφωσης, αυτοοργάνωσης και εν τέλει απελευθέρωσης κτίζοντας εκ νέου την «κόκκινη κλωστή» της «μνήμης του κινήματος». Σήμερα η αριστερά δεν μπορεί και δεν πρέπει να βάλει ιδεολογική «οροφή», «φόρμα» ιδεολογικής αφήγησης, σ΄ αυτή του την κίνηση παρά μόνο υλικά στηρίγματα, παραδείγματα και εν τέλει και δι’ αυτών, τα κριτήρια (θεωρία – «η συνείδηση που έρχεται απ’ έξω») που να την υποστηρίζουν και να την διευκολύνουν.

Μέσα από μια τέτοια διαδικασία μπορεί να προκύψει η δυνατότητα οικοδόμησης σύγχρονης μαζικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Οι κοινωνικές – κινηματικές εκφράσεις και τα αδιέξοδα και τα επεισόδια της κρίσης διαδρούν με την πολιτική αριστερά και ανατροφοδοτούν την ελπίδα ότι υπάρχουν περιθώρια για επιτυχημένες υπερβάσεις από την πλευρά της και ανάληψη πολιτικών και οργανωτικών παρεμβάσεων στην κατεύθυνση της αύξησης και της συγκέντρωσης της κοινωνικής δύναμης και δυναμικής. Που θα βασίζονται στην εμπιστοσύνη από την πλευρά της πολιτικής αριστεράς στην δύναμη και την αυτενέργεια των μαζών και θα ξαναδιδάσκεται απ’ αυτές προκειμένου να τις καθοδηγήσει αποτελεσματικά.

Σήμερα παρατηρείται μια κινητικότητα σε τοπικό επίπεδο ή σε επίπεδο βάσης όπως κινήματα «δεν πληρώνω», επιτροπές για τα διόδια, συντονισμοί τοπικών επιτροπών, κινητοποιήσεις για τα κλεισίματα των σχολείων, Κερατέα, Χαλκιδική, αυξανόμενα επεισόδια «κραξίματος» πολιτικών, αλλά και κινητοποιήσεις στην Παιδεία (μικρομεσαία συλλαλητήρια, στάσεις εργασίας, επισχέσεις), την Υγεία (γιατροί ΙΚΑ), ιδιωτικές επιχειρήσεις (Vodafone) κ.α. που δεν συγκεντρώνονται ακριβώς λόγω της ανεπάρκειας της αριστεράς να αναλάβει το καθήκον (πολιτικά και οργανωτικά) που εγκαταλείπουν ηχηρά οι ηγεσίες της ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ και λοιπών ομοσπονδιών που ελέγχονται από την ΠΑΣΚΕ.

Όσο δεν αντιστοιχίζεται η διάθεση του κόσμου και μάλιστα των πρωτοπόρων μειοψηφιών (αριστεροί ανένταχτοι αλλά και οργανωμένοι) που πρωτοστατούν στις αντιστάσεις και τα κινήματα, μ’ ένα σχέδιο οργανωτικής και πολιτικής συγκέντρωσης δύναμης της αριστεράς (ενότητα) τόσο μεγαλώνουν οι πιέσεις της απογοήτευσης και της αποστράτευσης.

8. Κεντρική έννοια που συνδέει την ανάγκη για συμμετοχή και συγκέντρωση δύναμης με τα πιο βαθιά και ουσιαστικά ταξικά, αριστερά, αντικαπιταλιστικά περιεχόμενα είναι η Δημοκρατία.

Εμφανίζεται ως κοινωνική κραυγή σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής καθώς συνδέεται με την απαίτηση για διαφάνεια, συμμετοχή, έλεγχο και εν τέλει δικαιοσύνη.

Κατ’ ουσία αυτό συμβαίνει γιατί η εξέλιξη της κρίσης και οι συστημικές επιλογές σε Ευρώπη και Ελλάδα είναι συνυφασμένες άρρηκτα από την υποχρεωτική περιστολή της δημοκρατίας με βάση τις κατακτήσεις όλου του προηγούμενου αιώνα. Η απαίτηση για δημοκρατία σήμερα σημαίνει την σύγκρουση με τις συστημικές, αστικές επιλογές σε όλα τα επίπεδα.

Η Δημοκρατία αποτελεί την βασική μεταβατική έννοια που μπορεί να επικοινωνήσει μαζικά με την κοινωνία δίνοντας στην αριστερά την δυνατότητα να αποκτήσει εκ νέου το ηθικό και ιδεολογικό πλεονέκτημα. Με επίκεντρο την Δημοκρατία μπορεί να προκύψει ένα πλούσιο φάσμα αιτημάτων και θέσεων για όλα τα σύγχρονα επίδικα που βάζει η κρίση, άμεσα κατανοητό και μαχητό από την κινούμενη και δρώσα (ή εν δυνάμει κινούμενη και δρώσα) κοινωνία και ταυτόχρονα πλήρες ιδεολογικών περιεχομένων, υποχρεωτικά συγκρουσιακό με το σύγχρονο καθεστώς της κρίσης και τις αντίστοιχες συστημικές επιλογές – μονόδρομους.

Η έννοια της Δημοκρατίας μαζί με τις έννοιες της Συλλογικότητας και της Αλληλεγγύης, με τις οποίες είναι εξάλλου είναι σύμφυτη από σοσιαλιστική σκοπιά, αποτελούν ένα σημαντικό τρίπτυχο «μεταβατικών εννοιών» – βάση για την οικοδόμηση της αριστεράς που χρειαζόμαστε σήμερα.

9. Δημοκρατία σχετικά με το πολιτικό σύστημα και την λειτουργία του: «να φύγει η κυβέρνηση»

Αυτή η κυβέρνηση πρέπει να φύγει γιατί εξαπάτησε τον λαό και παραβιάζει την λαϊκή εντολή καθώς εκτελεί εντελώς διαφορετικό πρόγραμμα από την προεκλογική υπόσχεση για αναδιανομή. Η θέση αυτή διαρκώς ενισχύεται με κάθε νέα αυθαίρετη και «παράνομη» απόφαση όπως η πρόσφατη απόφαση για εκποίηση δημόσιας περιουσίας ύψους 50 δις ή η συμμετοχή της χώρας στην επέμβαση στην Λιβύη.

Το αίτημα αυτό δεν αδυνατίζει καθόλου από την πίεση του ερωτήματος ποια κυβέρνηση θα διαδεχθεί αυτή που θα φύγει. Το κέντρο του επιχειρήματος είναι πως αυτή η κυβέρνηση πρέπει να φύγει υπό την πίεση της λαϊκής απαίτησης και του κινήματος όπως πρέπει να φεύγει και κάθε κυβέρνηση που λειτουργεί ανάλογα. Την εναλλακτική απάντηση διεκδικεί να την δώσει η αριστερά.

Από την σκοπιά αυτή το ανάλογο αίτημα, σύνθημα για την σχέση της κυβέρνησης με την Τρόικα δεν είναι το «εθνική ανεξαρτησία» αλλά το απολύτως πιο κατάλληλο και ακριβές «λαϊκή κυριαρχία».

10. Δημοκρατία σχετικά με το ζήτημα του χρέους: το κεντρικό σημείο είναι να το αποκηρύξει η κοινωνία, ο λαός, η εργατική τάξη

Αυτό δεν εξαρτάται από την οξύτητα και την καθαρότητα της εκφωνούμενης θέσης της αριστεράς – η οποία πάντως πρέπει να αρνείται την νομιμότητα του χρέους – εάν δηλαδή θα πει στάση πληρωμών, διαγραφή όλου ή μέρους, επαναδιαπραγμάτευση με σκοπό να …κ.λ.π. αλλά από το ποιος θα βάλει τους όρους στην διαδικασία αυτή, το κεφάλαιο, οι αγορές ή ο κόσμος της εργασίας που καλείται να πληρώσει.

Όσο υποχωρεί το ιδεολόγημα «τα φάγαμε μαζί» τόσο απελευθερώνεται η κοινωνική δυνατότητα αντίστασης. Η ιδέα για την συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου εξυπηρετεί τον στόχο της απονομιμοποίησης του χρέους στα μάτια και την συνείδηση της κοινωνίας και αντίστοιχα της νομιμοποίησης ως ρεαλιστική δυνατότητα, της διαγραφής του.

Στην ίδια κατεύθυνση κεντρικά είναι τα επιχειρήματα που βάζουν στο στόχαστρο όχι μόνο το ντόπιο πολιτικό σύστημα της διαπλοκής και της μίζας αλλά και το ντόπιο κεφάλαιο, τράπεζες, κατασκευαστικές, εφοπλιστές, βιομήχανοι κ.λ.π. όπως π.χ. τα 100 δις από το κράτος προς τις τράπεζες, τις πολεμικές δαπάνες, την αναντιστοιχία στην εξέλιξη των μισθών στα χρόνια των υψηλών ΑΕΠ και της «ανάπτυξης» αλλά και της επιβάρυνσης του χρέους, την φορολογία καθώς και την αντιμετώπιση «κοινωνικών αυτοματισμών» π.χ. ιδιωτικοί υπάλληλοι, επισφαλώς εργαζόμενοι και άνεργοι εναντίον των δημοσίων και μόνιμων υπαλλήλων.

Στα ζητήματα της οικονομίας η έννοια της Δημοκρατίας αναδεικνύει τον πυρήνα της ταξικής πραγματικότητας βάζοντας σε προτεραιότητα τα αιτήματα – συνθήματα του «κοινωνικού και εργατικού ελέγχου», νοηματοδοτώντας έτσι ταξικά τις επιλογές εθνικοποίησης – κρατικοποίησης του τραπεζικού συστήματος (συνολικά και χωρίς αποζημίωση) καθώς και των ΔΕΚΟ και ταυτόχρονα το περιεχόμενο του «κοινωνικού κράτους».

11. Δημοκρατία σχετικά με το υποκείμενο της αριστεράς

Το αίτημα για δημοκρατία αποτελεί πλέον κοινή εμπειρία και από την διαδρομή (και την αποτυχία του να ανταποκριθεί) του ΣΥΡΙΖΑ και από την αντίστοιχη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (που μένει να δούμε τι θα συμβεί) σαν αίτημα της «αριστεράς των μελών της».

Η προσπάθεια και η φιλοδοξία για την συγκρότηση σύγχρονης μαζικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς δεν μπορεί να παρακάμψει το αίτημα αυτό που κρύβει μέσα του σημαντικά στοιχεία κριτικής για τις αποτυχίες και τις ήττες της αριστεράς στην σύγχρονη εποχή καθώς και όλα τα νοήματα που σχετίζονται με την συμμετοχή, την συλλογικότητα, την συγκέντρωση δύναμης και εν τέλει την ίδια την αποτελεσματικότητα.

12. Ο «αδύναμος κρίκος»

Απέναντι στα αδιέξοδα της «παγκοσμιοποίησης» και της ΕΕ απ’ την μια και της «εθνικής περιχαράκωσης» απ’ την άλλη πρέπει να αντιτάξουμε την έννοια του «αδύνατου κρίκου». Μέσα στο ανισόμερο και συνδυασμένο καπιταλιστικό σύστημα και εν προκειμένω μέσα στην ΕΕ, σε κάποιο σημείο συγκεντρώνεται σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές εκείνο το πλήθος των αντιθέσεων που δημιουργεί την αναγκαία και ικανή συνθήκη του «αδύναμου κρίκου». Ο αδύναμος κρίκος στην ευρωπαϊκή κρίση είναι – κατά γενική ομολογία σήμερα – η Ελλάδα, αν και πλέον προστίθενται και άλλοι όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Κρίσιμη είναι η παρατήρηση πως για να λειτουργήσει ο «αδύναμος κρίκος», θα πρέπει να «σπάσει» για τους καπιταλιστές και να καταστεί ταυτόχρονα «δυνατός και επικεφαλή κρίκος» για την εργατική τάξη και την αριστερά, με πανευρωπαϊκή τουλάχιστον δυναμική.

Ως εκ τούτου η θέση που αντιστοιχεί δεν είναι ούτε η υπεράσπιση του ευρώ γενικά, που σήμερα επιφέρει όλες τις συνέπειες του Μνημονίου και του Συμφώνου Ανταγωνιστικότητας αλλά ούτε και της δραχμής γενικά και της αποχώρησης από την ΕΕ καθώς κάτι τέτοιο δεν αποτελεί επαρκή προϋπόθεση για αριστερή διέξοδο με άμεσο και ορατό όφελος για την εργατική τάξη και την λαϊκή πλειοψηφία αλλά ούτε και εκπλήρωση των όρων του «αδύναμου κρίκου» ως θρυαλλίδα σ’ ένα ντόμινο εξελίξεων σ’ όλη την Ευρώπη.

Η θέση που αντιστοιχεί είναι «το ευρώ δεν είναι ταμπού» και η αντιπαράθεσή του όχι με την δραχμή, αλλά με το «κοινωνικό κράτος» (όχι ως νοσταλγία ενός κάποιου κεϋνσιανισμού αλλά ως σύγκρουση με τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική με αξία μεταβατικού αιτήματος). Δηλαδή η προβολή στοιχείων ενός αριστερού εργατικού προγράμματος αντί για σενάρια νομισματικής πολιτικής που περιορίζονται μέσα στο πλαίσιο της αστικής νομιμότητας. Αντίστοιχα για την ΕΕ η κατεύθυνση που αντιστοιχεί είναι η μεταφορά και η όξυνση της κρίσης εντός της με την απόρριψη των βασικών και θεμελιωδών της συνθηκών και του αντιδημοκρατικού τρόπου λειτουργίας της.

Σε όλες αυτές τις επιλογές το πιο σημαντικό είναι τι εξυπηρετεί την κίνηση και το φρόνημα της μαχόμενης κοινωνίας και πρωτίστως της εργατικής τάξης, αντικειμενικά στον αγώνα της για τους όρους της ζωής της και ιδεολογικά στην σοσιαλιστική κατεύθυνση.

13. Ευρωπαϊκή συνεργασία και συντονισμός

Η προσέγγιση του «αδύνατου κρίκου» δεν αντιφάσκει και δεν αποκλείει τον στόχο για ευρωπαϊκή συνεργασία. Το αντίθετο προσβλέπει σ’ αυτήν καθώς αποσκοπεί στην δημιουργία όρων έμπνευσης και προοπτικής για τους ευρωπαϊκούς λαούς και την αριστερά. Πολύ περισσότερο που σήμερα οδηγούνται σε συνθήκες ανάλογες με τις ελληνικές οι λαοί της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και έπονται κι άλλοι.

Οι θέσεις του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς απέναντι στην κρίση είναι άτολμες και «ρεαλιστικές» και δεν καταφέρνουν να διαχωριστούν επαρκώς από την αστική ατζέντα καθώς το ίδιο το διευθυντήριο της ΕΕ συζητά συχνά ανάλογες επιλογές (ευρωομόλογο, δανεισμός από ΕΚΤ κ.λ.π.) Η επέμβαση στην Λιβύη φανέρωσε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τα αδιέξοδα στρατηγικής του ΚΕΑ καθώς πολλοί ευρωβουλευτές του συμπεριλαμβανομένων των Λ. Μπίσκι και Ζ. Μελανσώ υποστήριξαν την επέμβαση.

Την ίδια ώρα γίνεται προσπάθεια για την ανασυγκρότηση της Ευρωπαϊκής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς την οποία είναι σημαντικό να υποστηρίξουμε με την συμμετοχή και την συμβολή μας – πολύ περισσότερο εάν αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως τμήματα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στον (εν δυνάμει) αδύναμο ευρωπαϊκό κρίκο.

Το ζήτημα της Δημοκρατίας μπορεί να αποτελέσει κορμό για μια κοινή αντιμετώπιση στα ευρωπαϊκά ζητήματα καθώς αναδεικνύει την απολύτως αντιδημοκρατική δομή και αρχιτεκτονική της ΕΕ. Σ’ αυτή την βάση εξάλλου λειτούργησε πανευρωπαϊκά στο παρελθόν το γαλλικό «όχι» στο ευρωσύνταγμα. Μια επίκαιρη πρόταση καμπάνιας θα μπορούσε να έχει σαν βάση την αντίθεση στο Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας.

Μπροστά μας υπάρχουν δύο σημαντικά ραντεβού:

7 και 8 Μάη στην Μασσαλία, συνάντηση κομμάτων και οργανώσεων της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς της Μεσογείου, και 4 και 5 Ιούνη στο Λονδίνο, σύσκεψη της Ευρωπαϊκής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς

Advertisements