Υπάρχει άλλος δρόμος!

by _/\_

Κρίση, απειλή χρεωκοπίας, αυστηρή επιτήρηση, Σύμφωνο Σταθερότητας, Πρόγραμμα Σταθερότητας, πρωτοφανής θύελλα αντιλαϊκών, αντεργατικών μέτρων, αμηχανία, οργή, φόβος…

Η οικονομία εμφανίζεται σε κακή κατάσταση και τα κυβερνητικά μέτρα του Προγράμματος Σταθερότητας που επιδεινώνουν με δραματικό τρόπο την ζωή της πλειοψηφίας της κοινωνίας ως αναπόφευκτα.

Η εξέλιξη που σήμερα βιώνουμε δραματικά στην Ελλάδα είναι απότοκο της νεοφιλελεύθερης αντίληψης και στρατηγικής που υπηρετεί με τις πολιτικές επιλογές αλλά και την δομή της η Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ένα χρόνο πριν παρουσιάστηκε η κρίση με την μορφή των «τοξικών ομολόγων» και ανέδειξε ξεκάθαρα τα αδιέξοδα αυτής της στρατηγικής που βασίζεται στο δόγμα του περιορισμού του ρόλου του κράτους και της απελευθέρωσης των αγορών ώστε να «ρυθμιστούν» μέσα από τον ανταγωνισμό. Καθώς όμως τεράστια κεφάλαια δεν βρίσκουν κερδοφόρα διέξοδο σε παραγωγικές επενδύσεις στρέφονται στον «τζόγο» και την κερδοσκοπία των χρηματιστικών προϊόντων. Το πρόβλημα βρίσκεται βαθιά μέσα στην ίδια την λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας και σήμερα εμφανίζεται με εκρηκτικό τρόπο καθώς ο νεοφιλελευθερισμός δεν το «γιάτρεψε» αλλά αντίθετα το οξύνει και το επιδεινώνει. Από την κερδοσκοπία στα στεγαστικά δάνεια που οδήγησε στην φούσκα των «τοξικών ομολόγων» σήμερα έχουμε περάσει στην κερδοσκοπία επί των δανειακών αναγκών των κρατών με πρώτη εφαρμογή την περίπτωση της Ελλάδας. Ασφαλώς δεν αφορά μόνο εμάς. Στην σειρά βρίσκονται η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ιρλανδία και η Ισπανία, τα γνωστά «γουρουνάκια» (PIGS) και… βλέπουμε!

Η οξύτητα της οικονομικής κρίσης έχει συνέπειες στο κεφάλαιο και στην εργασία. Δεν είναι όμως αλήθεια πως υπάρχει μια λύση και για όλους! Αντίθετα μέσα στην κρίση γίνεται πιο φανερό από πριν πως οι λύσεις για την περαιτέρω κερδοφορία του κεφαλαίου σημαίνουν την καταστροφή για μεγάλα, πλειοψηφικά κοινωνικά κομμάτια.

Έτσι λοιπόν αν απ’ τη μια μεριά η κρίση προκαλεί πονοκέφαλο στους διάφορους οικονομολόγους και τεχνοκράτες οδηγώντας τους συχνά σε αντιφατικές θέσεις και συμπεράσματα, απ’ την άλλη όλες οι επιλογές που γίνονται στα πλαίσια που ορίζουν οι συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα το Σύμφωνο Σταθερότητας οδηγούν με τις συνέπειές τους την κοινωνία στην ίδια κατεύθυνση της αποσάθρωσης, της διάλυσης και της καταστροφής. Για τα μεσαία στρώματα αυτό πρέπει να το πάρουμε τις μετρητοίς. Αλλά και για τους εργαζόμενους της μισθωτής εργασίας διαμορφώνεται μια νέα ζοφερή πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από την φτώχια, την ανασφάλεια και την διαρκή απειλή της ανεργίας.

Βέβαια τα παραπάνω είναι σήμερα τόσο προφανή που ακόμη και ο πρωθυπουργός – αρχιτέκτων του περίφημου Προγράμματος Σταθερότητας αναγκάζεται να μιλήσει για προβλήματα εθνικής κυριαρχίας και άδικη μεταχείριση της χώρας μας από τις ισχυρές χώρες και τους μηχανισμούς της Ε.Ε. Τίποτε δεν είναι περισσότερο υποκριτικό καθώς η ίδια η κυβέρνησή του είναι αυτή που σχεδιάζει και υλοποιεί αυτές τις επιλογές συνομολογώντας την ουσία της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής της Ε.Ε.

Μέσα ή έξω από το «ρεαλιστικό πλαίσιο»;

Το ζήτημα σήμερα δεν είναι η ανάδειξη του αποτρόπαιου χαρακτήρα της κρίσης και των καταστροφικών συνεπειών της στην κοινωνία. Δεν το αρνείται κανείς αυτό! Το ζήτημα για τη Αριστερά είναι να αναδείξει μια άλλη, διαφορετική διαδρομή και εναλλακτική πρόταση. Εάν μέχρι πριν λίγους μήνες υπήρχε η δυνατότητα για την Αριστερά, ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ, να εκφωνεί προς την κοινωνία τις δικές της εναλλακτικές προτάσεις μεταξύ «πολύχρωμης ασάφειας» και «ντούρας προπαγάνδας» σήμερα η Αριστερά πρέπει να γίνει εντελώς πιο συγκεκριμένη τοποθετούμενη με σαφήνεια απέναντι στο «ρεαλιστικό πλαίσιο της εθνικής συναίνεσης» που συγκροτούν το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ και το ΛΑΟΣ μαζί με τις οργανώσεις των βιομηχάνων και του μεγάλου κεφαλαίου: «Κρίση, απειλή χρεωκοπίας, αυστηρή επιτήρηση, Πρόγραμμα Σταθερότητας, Σύμφωνο Σταθερότητας».

Ξεκάθαρη θέση σημαίνει την υπόδειξη του κρίσιμου κρίκου της αλυσίδας, αυτού που συμπυκνώνει τις υπόλοιπες αντιφάσεις και βέβαια την ανάληψη των συνακόλουθων ευθυνών και καθηκόντων.

Ξεκάθαρη θέση σημαίνει την αμφισβήτηση της «ευρωπαϊκής ορθοδοξίας», σημαίνει την αμφισβήτηση του Συμφώνου Σταθερότητας. Σημαίνει αναδιανομή του πλούτου και εκτεταμένες κρατικοποιήσεις ξεκινώντας απ’ τις τράπεζες. Είναι καταστροφικό για τη Αριστερά να συμμετέχει κατά προτεραιότητα στον προβληματισμό για τους καλύτερους όρους δανεισμού εντός του εκβιαστικού «ρεαλιστικού πλαισίου» την ώρα που πρέπει να προβάλει ένα σαφές πολιτικό και οικονομικό σχέδιο που θα βάζει σε προτεραιότητα τις ίδιες, άμεσες ανάγκες του κόσμου της εργασίας, των ανέργων, της νεολαίας, της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Σήμερα τα πράγματα εντός της κρίσης γίνονται ξεκάθαρα: για να υποστηριχθούν οι φτωχοί πρέπει να πληρώσουν οι πλούσιοι!

Ανάληψη των ευθυνών σημαίνει την υποκειμενική βούληση και δυνατότητα της Αριστεράς να ενεργοποιήσει την ίδια την κοινωνική παρέμβαση στην κατεύθυνση της σύγκρουσης με το «ρεαλιστικό πλαίσιο της εθνικής συναίνεσης».

Δεν είναι εύκολο. Ούτε να εκφωνηθεί με καθαρότητα και επιχειρηματολογία, ούτε πολύ περισσότερο να αναληφθούν με αποτελεσματικότητα οι ευθύνες απέναντι στο κίνημα και την κοινωνία.

Είναι όμως κρίσιμο για την ίδια την ύπαρξη της Αριστεράς. Το δίλημμα αυτό είναι για την ελληνική αριστερά αντίστοιχο με το δίλημμα που αντιμετώπισε η ιταλική αριστερά για την συμμετοχή της σε κεντροαριστερή κυβέρνηση με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα. Σήμερα ο ιστορικός χρόνος είναι συμπυκνωμένος και οι επιλογές λίγες και εντελώς συγκεκριμένες με συνέπειες για πολλά χρόνια για την Αριστερά και πολύ περισσότερο για τον ίδιο τον ταξικό συσχετισμό και εν τέλει την ποιότητα της ζωής της εργατικής τάξης και της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Αριστερά και Ευρώπη

Η ειλικρινής αμφισβήτηση του Συμφώνου Σταθερότητας σημαίνει τη αμφισβήτηση των επιλογών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της συνολικής της υπόστασης, στρατηγικής και δομής. Στο παρελθόν, πριν από τρεις δεκαετίες απέναντι στο ζήτημα της Ε.Ε. διατυπώθηκαν εντός της Αριστεράς δύο μεγάλες, βασικές κατευθύνσεις, η «φιλοευρωπαϊκή», της κριτικής αποδοχής και υποστήριξης της ευρωπαϊκής ενοποίησης και αυτή της αποδέσμευσης και της «αυτόνομης» εθνικής ανάπτυξης. Σήμερα καμιά απ’ αυτές τις δύο θέσεις δεν είναι επαρκής για να δώσει απαντήσεις στα σύγχρονα ερωτηματικά.

Απ’ την μια στέκονται τα επιχειρήματα που σχετίζονται με διάφορες εκδοχές της θεωρίας της εξάρτησης και της αντίληψης της Ελλάδας «ψωροκώσταινας». Από μια τέτοια ανάλυση προκύπτει ως συνέπεια η στρατηγική της αποδέσμευσης από την Ε.Ε., της επιστροφής στην δραχμή και της εθνικής ανάπτυξης σε συνθήκες «ανεξαρτησίας». Η σύγχρονη εικόνα της ελληνικής αστικής τάξης των υπέρογκων κερδών των τραπεζών, του εφοπλιστικού κεφαλαίου, των επιχειρήσεων που εγκαθίστανται στα Βαλκάνια και όχι μόνο, δεν επιτρέπει τέτοιες ερμηνείες και σίγουρα δεν έχει κανένα λόγο να στρατευτεί σε οποιονδήποτε αγώνα ενάντια στο Σύμφωνο Σταθερότητας και την Ε.Ε. Πολύ περισσότερο δεν έχουν κανένα λόγο οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα να επιδιώκουν μια τέτοια συμμαχία με του κύριους υπαίτιους της διαρκώς επιδεινούμενης κατάστασης τους. Καθόλου τυχαία ακόμη και το ΚΚΕ, βασικός εκπρόσωπος αυτής της προσέγγισης για δεκαετίες, έχει μετακινηθεί θεωρητικά στο τελευταίο συνέδριό του αναγνωρίζοντας τον ιμπεριαλιστικό ρόλο της Ελλάδας και εγκαταλείποντας το στάδιο της «δημοκρατικής ολοκλήρωσης» σε εθνικό επίπεδο!

Απ’ την άλλη δεν αντέχει σήμερα η άποψη της κριτικής υποστήριξης του Συμφώνου Σταθερότητας και οποιασδήποτε άλλης συνθήκης καθώς και της Ε.Ε. συνολικότερα στα πλαίσια του λεγόμενου «ευρωπαϊκού προσανατολισμού». Ο αστικός κοσμοπολιτισμός στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης δεν έχει καμιά σχέση με τον διεθνισμό της αριστεράς όπως δεν έχει σχέση η αριστερή επιχειρηματολογία για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης με το σκληρό νεοφιλελεύθερο σχέδιο της Ε.Ε. Η πραγματική ζωή και η λειτουργία του καπιταλισμού απέχουν πολύ από τις επιθυμίες και τα αριστερά θεωρητικά σχέδια και υπολογισμούς μιας άλλης εποχής. Ο «αριστερός ευρωπαϊσμός» είναι σήμερα ένα σύνθημα κενό περιεχομένου αν όχι «δούρειος ίππος» όλων των εκβιαστικών διλημμάτων του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.

Η παραδοχή ότι η Ευρώπη σήμερα αποτελεί ενιαίο χώρο ταξικής και πολιτικής πάλης βρίσκει την δικαίωσή της στους κοινούς αγώνες των εργαζομένων, των κινημάτων και της αριστεράς, όπως το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ, το γαλλικό «Όχι» στο Ευρωσύνταγμα και το ελληνικό Άρθρο 16 και Δεκέμβρης 2008. Μια τέτοια αντίληψη οδηγεί αναπόφευκτα σε τροχιά σύγκρουσης με την Ε.Ε. και υποδεικνύει μια πολιτική συντονισμού των κινημάτων και των αριστερών ευρωπαϊκών κομμάτων στην διεκδίκηση αιτημάτων και προγραμματικών θέσεων που θα αποδομούν την νεοφιλελεύθερη στρατηγική αλλά και την ίδια την αντιδημοκρατική δομή και υπόσταση της Ε.Ε.

Η συνθήκη της Λισαβόνας δίνει σήμερα σε συνθήκες επιτήρησης της Ελλάδας, την δυνατότητα της επιλογής μέτρων άμεσα από τις Βρυξέλες. Η επιλογή του δημοψηφίσματος ενάντια στο Σύμφωνο Σταθερότητας και τη συνθήκη της Λισαβόνας είναι σήμερα η πιο ισχυρή πρόσκληση από την πλευρά της Αριστεράς για την ίδια την άμεση παρέμβαση της κοινωνίας.

Πολιτική Αριστερά και κοινωνική παρέμβαση

Δεν υπάρχει αριστερός χώρος σήμερα που να μην επιθυμεί διακαώς την δυναμική εμφάνιση του κινήματος και δη του εργατικού κινήματος καθώς δεν μπορεί να υπάρξει αριστερή απάντηση στην κρίση χωρίς την συμμετοχή και την διεκδίκηση των ίδιων των εργαζόμενων, των ανέργων, την νεολαίας και του λαού γενικότερα. Ποιος όμως είναι ο ρόλος της πολιτικής αριστεράς σ’ αυτή τη διαδικασία και ποιες οι ευθύνες της; Γιατί βέβαια τα ευχολόγια δεν έχουν την παραμικρή αξία. Και σ’ αυτό το ερώτημα τα «καύσιμα» του παρελθόντος δεν εξυπηρετούν στις παρούσες επείγουσες συνθήκες. Το δίλημμα σήμερα δεν κυμαίνεται μεταξύ μιας αριστεράς που οικοδομεί τις συλλογικότητες αντίστασης με «κόκκινους» όρους και ταυτόχρονα αγνοεί ή υπονομεύει τις πιο πλατιές συσπειρώσεις που δεν ελέγχονται από το κόμμα και μιας αριστεράς που διακηρύσσει σε όλους τους τόνους την ανεξαρτησία του κινήματος και ως εκ τούτου αντιμετωπίζει τους όρους της οικοδόμησης του ως περίπου μεταφυσική διαδικασία.

Η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού, στον ρόλο και την φυσιογνωμία της σοσιαλδημοκρατίας στο παρελθόν και σήμερα. Για πολλά χρόνια – και σίγουρα από την Μεταπολίτευση και μετά ήταν η σοσιαλδημοκρατία αυτή που εκτελούσε – πέρα από τις πολιτικές της αντιφάσεις, τα βασικά καθήκοντα της οργάνωσης της συλλογικότητας της εργατικής τάξης και όχι μόνο. Γι’ αυτό μέχρι σήμερα παραμένει η πρώτη δύναμη μέσα στα συνδικάτα και τις ομοσπονδίες. Για την αριστερά έμενε ο ρόλος και η μορφή της αντιπολίτευσης σ’ αυτή την διαδικασία. Για το ΚΚΕ η επιλογή της χωριστής δράσης, του ΠΑΜΕ ήταν η απάντηση στην ανάγκη της πολιτικοϊδεολογικής ανεξαρτησίας σε βάρος της αποτελεσματικότητας καθώς η επιλογή αυτή χαρακτηρίστηκε από σεχταρισμό που συνήθως κοστίζει στην ίδια την νικηφόρα προοπτική. Για τον Συνασπισμό η επιλογή της αριστερής πίεσης πάνω στην ΠΑΣΚΕ χαρακτήρισε την συνδικαλιστική του παρέμβαση και γραμμή.

Καθώς όμως η δεξιά στροφή της σοσιαλδημοκρατίας και η ταύτισή της με το νεοφιλελεύθερο μπλοκ συμπαρέσυρε σαν συνέπεια και την στάση της στα συνδικάτα δεν είναι λάθος να πούμε πως σήμερα λειτουργεί ξεκάθαρα και συνειδητά όχι απλώς στην «ρύθμιση» και τον γραφειοκρατικό έλεγχο των εργατικών αντιστάσεων και του βαθμού της έκφρασής τους αλλά στην κατεύθυνση της πλήρους υπονόμευσης της ίδιας της δυνατότητας για αντιστάσεις και αγώνες. Κάτι τέτοιο φαίνεται ιδιαίτερα καθαρά στον χώρο των εργαζόμενων στο ιδιωτικό τομέα και στην ίδια την πολιτική της ΓΣΕΕ.

Παράλληλα με αυτή την διαδικασία εκφυλισμού του συνδικαλισμού και μάλιστα στο κορυφαίο επίπεδο της ΓΣΣΕ και των άλλων ομοσπονδιών, εμφανίστηκαν οι νέες μορφές της επισφαλούς εργασίας προϊόν της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που αποδομούν στην βάση των ίδιων των συνθηκών εργασίας τους στοιχειώδεις όρους της συλλογικότητας των εργαζόμενων.

Όσο ανεπαρκής και καταστροφικός είναι ο σεχταρισμός του ΚΚΕ άλλο τόσο είναι και μια αντίληψη που περιορίζεται στην άσκηση (φραστικής) πίεσης στην σοσιαλδημοκρατική πλειοψηφία μέσα στα Δ.Σ. και τα προεδρεία, αντιμετωπίζει τους εργαζόμενους ως οπαδούς ή πελάτες κομματικών μηχανισμών (π.χ. τους συμβασιούχους) και εξαντλεί την προσπάθειά της μεταξύ επικοινωνιακών καμπανιών και «θετικών παρεμβάσεων» ελέω μοιρολατρίας!

Σήμερα χρειαζόμαστε μια Αριστερά που θα αναλάβει τα καθήκοντα της οργάνωσης της συλλογικότητας και της αντίστασης οικοδομώντας την πλατύτερη δυνατή ενότητα του κινήματος. Μάλιστα κομβική πρέπει να θεωρηθεί η ίδια η κίνηση και η δράση του εργατικού κινήματος -αναδεικνύοντας και υπενθυμίζοντας ακριβώς την τεράστια σημασία της κεντρικής αντίθεσης στον καπιταλισμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Κάτι που σημαίνει ότι, χωρίς να υποτιμούνται κινήματα όπως αυτά που αναπτύσσονται στην πόλη ή όσα αφορούν τα δικαιώματα ή ακόμη και η κίνηση της νεολαίας, επιτρέπεται η αυταπάτη ότι μπορούν να υποκαταστήσουν την ανάγκη για την άμεση και κορυφαίας σημασίας παρέμβαση του εργατικού κινήματος.

Η Αριστερά που έχουμε ανάγκη – ο ΣΥΡΙΖΑ που θέλουμε!

Η ξεκάθαρη θέση της Αριστεράς εκτός του «ρεαλιστικού πλαισίου της εθνικής συναίνεσης» και η ανάδειξη ότι υπάρχει «άλλος δρόμος», η αντιμετώπιση της κρίσης από την πλευρά της εργασίας χωρίς προαπαιτούμενο την εξυπηρέτηση του κεφαλαίου, η σύγκρουση με το Σύμφωνο Σταθερότητας και την νεοφιλελεύθερη και αντιδημοκρατική Ε.Ε. συνολικά, η αντιμετώπιση και ανάληψη των ευθυνών και των καθηκόντων της Αριστεράς απέναντι στο εργατικό κίνημα και τη κοινωνική πλειοψηφία συνολικότερα αποτελούν τα κομβικά ερωτηματικά που δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπιστούν με «πολύχρωμες» τοποθετήσεις, επικοινωνιακά τρυκ και δηλώσεις των «επιφανών» στελεχών (του ΣΥΝ)!

Συνέπεια ακριβώς αυτής της αμηχανίας και της προσπάθειας να διατηρηθεί το προηγούμενο καθεστώς και ο βαθμός συνεργασίας οργανώσεων και τάσεων του Συνασπισμού εντός ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα της αφηρημένης «Ενότητας» είναι το «οργανωτικό ζήτημα» και το πολιτικό περιεχόμενο της συζήτησης για την «Δημοκρατία» και το είδος του πολιτικού υποκειμένου της αριστεράς που έχουμε ανάγκη.

Η «Ενότητα» όπως και η «Δημοκρατία» νοηματοδοτούνται και αποδίδουν λογαριασμό σε σχέση με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των κινημάτων και την αντικαπιταλιστική και σοσιαλιστική εναλλακτική πρόταση και προοπτική.

Η «Ενότητα» αφορά την συγκέντρωση δύναμης για την σύγκρουση με τις συστημικές επιλογές όπως σήμερα εκφράζονται από το «ρεαλιστικό πλαίσιο της εθνικής συναίνεσης» στο Πρόγραμμα Σταθερότητας.

Η «Δημοκρατία» αφορά εκείνο το πλαίσιο λειτουργίας του πολιτικού υποκειμένου της Αριστεράς και ταυτόχρονα εκείνη την σχέση της Αριστεράς με το κίνημα και τις ανάγκες οικοδόμησής του που να δίνει όλες τις δυνατότητες συμμετοχής στην δράση αλλά και τον σχεδιασμό της πολιτικής και να θεσπίζει τις ασφαλιστικές δικλείδες ελέγχου της πολιτικής γραμμής από τα μέλη και τα εκλεγμένα όργανα σε σχέση με τις δυνατότητες διαχείρισης της από την εκάστοτε ηγεσία, έχοντας σταθερή αναφορά και προσήλωση στο εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο και την αντικαπιταλιστική σοσιαλιστική προοπτική!

Η μη υλοποίηση ή έστω η μετεμποδίων υλοποίηση των αποφάσεων της 3ης Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται ακριβώς στην αμήχανη στάση απέναντι στα σύγχρονα πολιτικά και στρατηγικά διλήμματα που προαναφέραμε. Ερωτηματικά και διλήμματα τα οποία ο Συνασπισμός – η μεγαλύτερη και δεσπόζουσα δύναμη στον ΣΥΡΙΖΑ, θα καλείτο να τα απαντήσει ακόμη κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπήρχε! Μ’ αυτή την έννοια η ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί κάποιας μορφής ευεργετικό «μαξιλαράκι» για τις εντός του Συνασπισμού αντιφάσεις. Πλην όμως δεν υπάρχει πλέον αντικειμενικά άλλο περιθώριο χρόνου για ασαφείς εκφωνήσεις και επιλογές. Η επίκληση της ενότητας του κόμματος του Συνασπισμού, ενός κόμματος «πολιτικής ενότητας», εντός ενός ΣΥΡΙΖΑ που κι αυτός αποτελεί υποκείμενο «πολιτικής ενότητας» στερείται σοβαρής επιχειρηματολογίας. Η στάση αυτή και η ατολμία της ηγεσίας του απέναντι στις ιστορικές προκλήσεις για την Αριστερά είναι κατά πολύ περισσότερο αδικαιολόγητη από τον – προβληματικό επίσης για την κοινή υπόθεση του ΣΥΡΙΖΑ – υποκειμενισμό μικρότερων συνιστωσών -οργανώσεων «ιδεολογικής ενότητας και καθαρότητας» που είναι φορείς ιστορικών ρευμάτων και παραδόσεων.

Για παράδειγμα η πρωτοβουλία των 23 της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ η οποία χαρακτηρίστηκε με ευκολία από την ηγεσία του Συνασπισμού ως διχαστική και απειλή για την ενότητα του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ ήταν επί της ουσίας ευεργετική για όλους! Ας φανταστούμε τι θα σήμαινε να έμεναν αναπάντητες και να αιωρούντο ως πλευρές της πολιτικής γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ απόψεις όπως η ενδεχόμενη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ στις δημοτικές εκλογές, η συμμετοχή στελεχών του ΣΥΝ στον δείπνο της Αίγλης και πάνω απ’ όλα η υπερψήφιση του κ. Παπούλια για την θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Κι έπειτα να προσπαθείς να ισχυριστείς ότι είσαι η Αριστερά «εκτός πλαισίου»!

Σήμερα πρέπει να θεωρήσουμε την ιστορική στιγμή ως τέλος εποχής για τα σχήματα του παρελθόντος των οποίων η χρησιμότητα και ο ρόλος έχει ουσιαστικά εκλείψει. Τέλος εποχής με την έννοια της αρχής μιας καινούργιας όπου γενναίες και ιστορικές αποφάσεις θα μας οδηγήσουν στην οικοδόμηση μιας σύγχρονης, μαζικής, δημοκρατικής, ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς!

Οι αποφάσεις που θα παρθούν στο άμεσο επόμενο διάστημα στον Συνασπισμό αλλά και στις υπόλοιπες συνιστώσες – οργανώσεις θα κρίνουν οριστικά αυτή την δυνατότητα – θετικά ή αρνητικά.

Γι αυτούς τους λόγους σήμερα νομιμοποιούνται όλες οι προσπάθειες και οι πρωτοβουλίες που αναδεικνύουν πτυχές της φυσιογνωμίας της «ενωτικής, δημοκρατικής, ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής μαζικής Αριστεράς», ασκούν πίεση, εκφωνούν πολιτικές απόψεις αλλά και υλοποιούν παραδειγματικά τις πολιτικές κατευθύνσεις των 15 σημείων και τις αποφάσεις των Πανελλαδικών Συνδιασκέψεων του ΣΥΡΙΖΑ προετοιμάζοντας επί της ουσίας την ιδρυτική πράξη της Ριζοσπαστικής και Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς που έχουμε επειγόντως ανάγκη!

Advertisements